Το τρομερό Θερμοκήπιο ο Πίντερ το κρατούσε στα συρτάρια του τριάντα χρόνια και το έβγαλε πρόσφατα. Είναι μια προφητεία που ακόμη δεν έχει ολόκληρη εκπληρωθεί.
Ο Πίντερ ως παιδί έζησε τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου, που τον έμαθαν να διαχειρίζεται τον φόβο. Να τον μετατρέπει σε δημιουργία. Αυτό μας λέει στο Θερμοκήπιο και όχι μόνο.
Στο Θερμοκήπιο ενός κρατικού ψυχιατρικού ιδρύματος επικρατεί η απόλυτη ασυδοσία, ο αυταρχισμός, η ανομία, που καλύπτονται πίσω από τη διγλωσσία. Μία γλώσσα που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Εδώ επωάζεται το αυγό του φιδιού. Εδώ οι «ασθενείς» είναι απλοί αριθμοί. Στην ανελέητη πάλη για την εξουσία, το προσωπικό επιδίδεται σε ένα αδίστακτο παιχνίδι αλληλοϋπονόμευσης και αλληλοεξόντωσης. Η έρευνα για τον θάνατο - δολοφονία ενός τροφίμου και για την πατρότητα ενός παιδιού που γέννησε μια κρατούμενη θα αποτελέσει τη θρυαλλίδα για τη σχεδιαζόμενη αλλαγή φρουράς στη διεύθυνση του «ιδρύματος». Οι μισοί συνένοχοι θα ενοχοποιήσουν τους άλλους μισούς, ενώ το διάδοχο σχήμα θα εγγυηθεί τη συνέχιση του φαύλου καθεστώτος. Αυτό είναι το «στόρι» του έργου, όπως το μεταφέρω από το έντυπο πρόγραμμα.
Πρόκειται, βέβαια, για μία πολιτική αλληγορία. «Ψυχιατρικό ίδρυμα» είναι ο κόσμος μας και «τρόφιμοι» εμείς όλοι. Το Θερμοκήπιο τρέφει τα άνθη του κακού και είναι, όντως, μια καταχθόνια μηχανή που επωάζει αυγά φιδιού. Ο ναζισμός δεν νικήθηκε ποτέ στην πραγματικότητα, οι αφανείς δομές του έμειναν αλώβητες και ο «δράκος» ξανασήκωσε κεφάλι.
Είχα γράψει κριτική στην πρώτη παρουσίαση, με τον Λευτέρη Βογιατζή στον κεντρικό ρόλο, και δεν θα επανέλθω. Δυο λόγια, συμπληρωματικά, στο τέλος, για την αντικατάσταση μόνο. Θα ασχοληθώ πρώτα με το δικό μας «θερμοκήπιο».
Έτυχε τις προάλλες να παρακολουθήσω μια «κατήχηση», σε ένα καφενείο, «νεοσύλλεκτων» του ναζισμού, από ένα υψηλόβαθμο, όπως έμοιαζε, στέλεχος. Και τρόμαξα. Οι επιστημονικοφανείς αρλούμπες έδιναν κι έπαιρναν, ήταν ένα συνονθύλευμα μεσσιανιστικών αντιλήψεων και εθνικιστικού παραληρήματος. Αλλά ο «εκπαιδευτής» ήξερε καλά τη δουλειά του, πού θα βρει αδύναμη «φλέβα» να χτυπήσει.
Μια κοινωνία, όπως η δική μας, καταπτοημένη, ρημαγμένη από τη συστηματική πλύση εγκεφάλου των τελευταίων τουλάχιστον σαράντα ετών, με άπειρα «μεταφυσικά» σενάρια να κυκλοφορούν, με εξωγήινους και με προφητείες αγίων, άκρως ενοχοποιημένη, που τη δέρνουν, τη χλευάζουν, την περιφρονούν, αντιδρά εντελώς σπασμωδικά, σαν ένα κακοποιημένο παιδί που λέει στους δυνάστες του: «Προσέξτε, γιατί θα φωνάξω τον μεγάλο μου αδερφό που είναι μπρατσαράς, και θα σας κανονίσει!» Απορούμε, μετά, γιατί ανεβαίνει δημοσκοπικά η Χρυσή Αυγή. «Ψαρεύει» σε θολά νερά. Και εκμεταλλεύεται την αδυναμία μας να διαχειριστούμε τον φόβο.
Πού είναι η κρατική πολιτική για την προστασία του καλού βιβλίου, του θεάτρου, του κινηματογράφου; Και πού είναι οι δικές μας αριστερές προτάσεις για το τι θα κάνουμε με όλη αυτή τη συσσωρευμένη κόπρο του Αυγεία, όταν πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας; Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι κρίση της παιδείας, κυρίως.
Δεν είμαι αισιόδοξος, και δεν το κρύβω. Όλη αυτή η ανεξέλεγκτη πρόοδος της τεχνολογίας, χωρίς πνευματικό αντιστύλι, προσομοιώνει σταδιακά τον ανθρώπινο νου με την τεχνητή νοημοσύνη. Δεν θα μας βγει σε καλό.
*
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε ενσαρκώσει ο Βογιατζής ανέλαβε ο Γιώργος Γάλλος. Βαρύ έργο. Δεν θα πέσω στην παγίδα να κάνω συγκρίσεις. Εξωτερικά ο Γιώργος Γάλλος «ντύθηκε» τον Βογιατζή. Αλλά μόνο εξωτερικά. Στο βάθος «δούλευε» ένας άλλος, διαφορετικός, ικανός ηθοποιός. Ο Βογιατζής είχε αναπτύξει εντελώς τον γραφειοκράτη που έχει τη μορφή του δαίμονα. Ο Γιώργος Γάλλος δίνει σπερματικά έναν γραφειοκράτη που κρύβει έναν δαίμονα. Πρέπει να του δοθεί χρόνος για να το ολοκληρώσει. Εδώ, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τι είπε η Χάνα Άρεντ όταν συνάντησε τον δήμιο Άιχμαν στη δίκη του στο Τελ Αβίβ: «Περίμενα να συναντήσω ενσαρκωμένο το ίδιο το κακό και συνάντησα έναν γραφειοκράτη, ένα ασήμαντο ανθρωπάκι». Η Άρεντ έγραψε, μετά από αυτήν την εμπειρία της, το βιβλίο Η κοινοτυπία του κακού. Η Άρεντ έχει ίσως δίκιο, με την προϋπόθεση να μην ξεχνάμε ποια μορφή έχει ο διάβολος στους Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκι: ενός κοινού και ασήμαντου λογιστάκου.