Το Θερμοκήπιο υπήρξε η τελευταία «μεταμφίεση» του Λευτέρη Βογιατζή. Κάνοντας τους πάντες να πιστέψουν στο θαύμα, ετοιμαζόταν, αν και ήδη χτυπημένος βαριά από την αρρώστια, να επιστρέψει στη σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων και στο έργο του Πίντερ, γιατί, όπως έλεγε, αισθανόταν ότι δεν είχε ακόμα τελειώσει μαζί του...
Με καινούργια διανομή, άρχισε να κάνει πρόβες μέχρι εκείνη την Πέμπτη πριν την πρεμιέρα, όταν μπήκε για τελευταία φορά στο νοσοκομείο, έχοντας πείσει τους ηθοποιούς του ότι ναι, η παράσταση αυτή θα γίνει...
Μπορεί ο Λευτέρης Βογιατζής να έχασε τη μάχη, όμως το πάθος του, η δύναμη της επιθυμίας του για την πραγματοποίηση της παράστασής του, η δουλειά του με τους ηθοποιούς που είχε τόσο προχωρήσει, έδωσε τη δυνατότητα στην ομάδα που είχε συγκεντρώσει γύρω του να πραγματοποιήσει την επιθυμία του για την παράσταση του Θερμοκηπίου.
Τιμώντας τη μνήμη του, οι ηθοποιοί που συγκέντρωσε γύρω του, επιστρέφουν από αύριο στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, στον ίδιο εκείνο χώρο όπου πριν από δυόμισι μήνες όλος ο κόσμος του θεάτρου αποχαιρετούσε τον Λευτέρη, γύρω από το σκάμμα με τα ξερόχορτα που καταλαμβάνει το κέντρο της σκηνής, για να μεταμορφώσουν σε σκηνική πράξη τη δική του διδασκαλία...
Οι πέντε παραστάσεις του Θερμοκηπίου δίνονται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και εντάσσονται στον κύκλο των εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη του.
Το «Θερμοκήπιο»
Έργο «προφητικό», τολμηρό, «μπροστά από την εποχή του» το χαρακτήριζε ο σκηνοθέτης του. Ο Πίντερ το έγραψε το 1958, εποχή ψυχροπολεμικής έντασης ανάμεσα στα δύο αντίπαλα μπλοκ. Όμως κράτησε το έργο στο συρτάρι μέχρι το 1979, πιθανόν γιατί ένα χρόνο νωρίτερα το Πάρτυ γενεθλίων, έργο που θεωρείται κλασικό σήμερα, είχε σημειώσει παταγώδη αποτυχία
Πρόκειται για μια δυστοπική αλληγορία, με έντονα καφκική ατμόσφαιρα, με καθαρά πολιτικές αναφορές στην εξουσία και τους μηχανισμούς της, στα «άνθη του κακού» που φύονται μέσα στο θερμοκήπιό της... Χώρος του ένα κρατικό ίδρυμα, ένα ψυχιατρείο όπου εγκλείονται «ασθενείς» αντιφρονούντες, ενώ «οι αληθινοί παρανοϊκοί είναι οι άνθρωποι που το διοικούν», όπως σημείωνε ο Λευτέρης Βογιατζής.
Οι τρόφιμοι του ιδρύματος δεν υπάρχουν ως ανθρώπινα πρόσωπα, ως σκηνικές παρουσίες. Δεν έχουν ονόματα, μόνον αριθμούς. Ό,τι μαθαίνουμε γι' αυτούς προέρχεται από τις συζητήσεις του προσωπικού, της μόνης παρουσίας επί σκηνής. Οι μόνοι που εμφανίζονται, γύρω από τους οποίους επικεντρώνεται η πιντερική δραματουργία, είναι το προσωπικό του ψυχιατρείου, ανώτερο και κατώτερο, με επικεφαλής του τον Ρουτ, τον διευθυντή που ερμήνευε ο Λευτέρης Βογιατζής και τώρα καλείται να ενσαρκώσει ο Γιώργος Γάλλος.
Μέσα σε αυτό το φαινομενικά ακίνητο σκηνικό, όπου οι φορείς της εξουσίας ακολουθούν κανονισμούς που βρήκαν εγκαθιδρυμένους από τους προκατόχους τους, κι εκείνοι από τους δικούς τους προκατόχους, χωρίς να τους αμφισβητούν, χωρίς να αναρωτιούνται γι' αυτούς παρά μόνο να τους εφαρμόζουν με άτεγκτη τυπολατρία, δυο «εγκλήματα» έρχονται να ραγίσουν την κανονικότητα. Ένας τρόφιμος βρίσκεται νεκρός και μία άλλη έγκυος. Κανένας από τους δύο δεν θυμίζει κάτι στον Ρουτ, όμως αυτό το περιστατικό θα πυροδοτήσει ένα παιχνίδι εξουσίας, όπου ανώτεροι και κατώτεροι υπάλληλοι αλληλοϋπονομεύονται, συμμαχούν, αντιπαρατίθενται, σε ένα στρόβιλο όπου η διαφορά μεταξύ τρέλας και παραφροσύνης της άσκησης της εξουσίας, της βίας, της καταστολής.
Μέσα σε αυτό τον εξουσιαστικό χορό, η αλήθεια δεν είναι ξεκάθαρη, όπως σε όλα τα έργα του Πίντερ άλλωστε. Το μόνο ξεκάθαρο είναι πως οι ήρωές του κρύβουν επιμελώς την αλήθεια, προκειμένου να προφυλάξουν την εξουσία τους. Έργο «ασύλληπτης λεπτότητας, ακραία και θαυμαστά υπαινικτικό» το χαρακτήριζε ο σκηνοθέτης του, για να συνεχίσει (σε συνέντευξή του στο Ποντίκι): «Η γκανγκστερική αυθαιρεσία, η χυδαία αυταρχικότητα, η διαφθορά που είναι εγκατεστημένη στην καρδιά του ιδρύματος και η αντίσταση του ανθρώπου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να τον εξουσιάσει και να τον κάνει ομοιόμορφο είναι αυτά που απασχολούν τον συγγραφέα», σημειώνοντας ότι «το ίδρυμα είναι μια μικρογραφία του κράτους, φυσικά».
Σπύρος Κακουριώτης
ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟ του Χάρολντ Πίντερ. Μετάφραση: Νίνος Φένεκ-Μικελίδης. Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής. Σκηνικά - κοστούμια: Εύα Μανιδάκη. Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. Βοηθός σκηνοθέτη: Ελίνα Μαντίδη. Ερμηνεύουν: Γιώργος Γάλλος (Ρουτ), Δημήτρης Ήμελλος (Γκιμπς), Βασίλης Κουκαλάνι και Γιάννης Κότσιφας (24/7) (Ταμπ), Γιάννης Νταλιάνης (Λομπ), Αργύρης Πανταζάρας (Λας), Μαρία Σκουλά (μις Κατς), Χάρης Φραγκούλης (Λαμ). ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΥΚΛΑΔΩΝ, 22-26/7.
«Το πιο δημιουργικό τμήμα της μεθόδου του ήταν η αμφιβολία»
«Ο Λευτέρης είχε εμπιστοσύνη στην αφοσιωμένη σ' αυτόν θεατρική κοινότητα. Κι ήταν πάντα εξαιρετικά αβέβαιος για τη δική του ικανότητα να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις μιας καινούργιας θεατρικής ανάγνωσης. Μήπως του ξέφευγαν κάποιες πτυχές, μήπως ο κεντρικός ιστός ήταν λάθος; Διάβαζε συνεχώς προσπαθώντας να διεισδύσει στην ουσία των κειμένων που έπρεπε να ερμηνεύσει και συνεχώς είχε αμφιβολίες. Νομίζω ότι πριν από τις άλλες αρετές των θεατρικών προσεγγίσεών του, πριν από τη διεισδυτική προσέγγιση στο κείμενο, πριν από τη σκληρή, συστηματική και μεθοδική εργασία με τους ηθοποιούς του, πριν από τις εξαντλητικές πρόβες, πριν απ' όλα αυτά, το πιο δημιουργικό τμήμα της μεθόδου του ήταν η αμφιβολία. Μήπως έπρεπε να ακολουθήσει άλλους δρόμους, μήπως υπήρχαν πιο διεισδυτικές και, εντέλει, πιο πιστές προσεγγίσεις στο πνεύμα των συγγραφέων;»
Γιώργος Λούκος, «Ο δικός μας Λευτέρης Βογιατζής», ΕΦ, 33.
«Απευθύνομαι πάντα σε έναν αόρατο θεατή, ο οποίος έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ιδανικού θεατή: καταλαβαίνει, κρίνει αυστηρά, είναι καλοπροαίρετος και θέλει να συμμετέχει όσο δεν τον κοροϊδεύουν. Ο θεατής μου αντιπροσωπεύει όλους τους θεατές και χάρις σε αυτόν θεωρώ όλους τους θεατές δύσκολους, έντιμους, δίκαιους. Ο θεατής είναι ένας καλλιτέχνης της παρακολούθησης, καθώς εφευρίσκει τον ιδανικότερο τρόπο να παρακολουθήσει και να μην αποσπαστεί η προσοχή του. Αλλιώς δεν είναι θεατής».
Λευτέρης Βογιατζής