«Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου».
Κική Δημουλά
Νάτη λοιπόν και η πρώτη Κυριακή της καινούργιας χρονιάς. «Ακόμα κι όταν οι αγάπες τελειώνουν ο χρόνος προχωράει» θα πει -σε κάποιον περασμένο μέλλοντα που πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε- ο Κλείτος Κύρου, ποιητής στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 2006, είκοσι χρόνια πριν, ποιητής και στην καινούργια χρονιά, είκοσι χρόνια αργότερα. Και δεν σταματά. Ακόμα κι όταν ο χρόνος ο μετρημένος τελειώνει, οι ποιητές προχωρούν. Και επειδή ο χρόνος τελειώνει για όλους, όλοι προχωρούν ποιώντας διαρκώς τη συνείδηση του χρόνου που λέγεται άνθρωπος· αυτό το παράπονο.
Γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης στο «Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο»: «Ο χρόνος σκέφτομαι ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία - για ποιο πανάρχαιο σφάλμα! Άνοιξα το παράθυρο και αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου// Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ’να τίποτα, ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ».
Τόσο πολύ, που έγινε γκρίζο παλαιό λυκαυγές σε μια πρώτη για μια ακόμα φορά, πρώτη Κυριακή αναπαλαιωμένου χρόνου. Βαμμένα φρέσκα τα παγκάκια της με γκρίζα λαδομπογιά που μιμείται όλα τα σύννεφα από τις περασμένες βροχές. Καινούργιο γκρίζο, αστραφτερό· μην καθίσεις. Θα λερωθείς. Κι αυτό το χρώμα δεν βγαίνει. Μένει για πάντα όσο κι αν παλιώσει το ρούχο επάνω στο κορμί σου. Να την προσέχεις λοιπόν αυτή την καινούργια Κυριακή που έχει για αδιάψευστο μάρτυρα το κορμί σου. Μην καθίσεις απρόσεκτα σ’ αυτή την Κυριακή που είναι γεμάτη από τόσες και τόσες Κυριακές ανθρώπων χωρίς όνομα, χωρίς Κυριακή, χωρίς νόημα, γιατί το όνομά τους θάφτηκε κάτω από τους αριθμούς. Δεν είναι εύκολο το νόημα, δεν είναι εύκολες οι Κυριακές των ανθρώπων που δεν υπήρξαν. Δεν είναι εύκολες οι κούνιες που αιωρούνται άδειες χωρίς παιδιά σ’ αυτή την πρώτη Κυριακή, όσο κι αν είναι περικυκλωμένη από φωνές και από γιορτή, χίλιες φορές βαμμένη, χίλιες φορές κατάφωτη από μουσική, και άδεια από κρότο και άδεια από αγκαλιά. Μην καθίσεις.
Η Κυριακή συνεχίζεται μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου. Ως εκεί που δεν υπάρχουν Κυριακές, ούτε υπήρξαν ποτέ! Ως εκεί που ο χρόνος δεν έχει χτες, μήτε αύριο, σαν να μην έχει γεννηθεί και να μην έχει πεθάνει ποτέ. Και γύρω τριγύρω μια «ερημιά με τίγρεις» όπως λέει ο Σαίξπηρ στον «Τίτο Ανδρόνικο». Για τη Ρώμη το λέει. Για μια παγκόσμια μητρόπολη, όπως οι σημερινές, με τις Κυριακές τους από γκρίζο χρόνο. Δεν είναι χρόνος δικός τους η κίνηση. Δεν είναι χρόνος το απροσμέτρητο βλέμμα αυτής της ερημιάς με τα βαμμένα παγκάκια και τις άδειες κούνιες. Δεν είναι καινούργιο ένα τίποτα ακατάσχετο και φευγαλέο για το πουθενά.
Θέλει κουράγιο ο χρόνος, που όλα τα καταπίνει η ερημιά του κι όλα τα κατασπαράζουν οι τίγρεις του τόσο γρήγορα, μα τόσο γρήγορα, σαν Κυριακή «που ήτανε τόσο βιαστική όπως και κάθε Κυριακή που πριν τη ζήσουμε περνάει». Το λέει το χθεσινό τραγούδι, το λέει και ο Ευριπίδης πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια στις «Βάκχες». Δεν χρειάζονται πολλά, μονάχα δύο λέξεις: «Βραχύς αιών». Δεν προλαβαίνεται. Μια τόσο μεγάλη ερημιά και δεν προλαβαίνεται παρά μονάχα με τη βαθιά συνείδηση της αδυναμίας σου. Δεν μπορείς να κοιτάξεις τον χρόνο μονάχος, παρά μονάχα μέσα από το κοινό βλέμμα όλων. Δεν αντέχεται αλλιώς η ερημιά με τις τίγρεις που περιμένουν πίσω από τα φρεσκοβαμμένα παγκάκια, κάτω από τις άδειες κούνιες μιας παιδικής χαράς που είναι νεκρά όλα τα παιδιά της.
Μην αποστρέφεις το βλέμμα λοιπόν γιατί ο χρόνος θα σε κατασπαράξει. Μην αποστρέφεις το βλέμμα, μηδέ από τον κόκκο της ερήμου, γιατί ακόμα και η έρημος είναι κλεψύδρα. Από σκαρδαμυγμό σε σκαρδαμυγμό του βλέμματος η κλεψύδρα τελειώνει, όσο κι αν φωταγωγούν την ερημιά της. Πάντα ένα ακρωτηριασμένο παιδί της Παλαιστίνης θα χρειάζεται περισσότερο βλέμμα. Γιατί είναι αυτό που μας απέμεινε για να ξαναμετρήσουμε τον εαυτό μας μέσα στον χρόνο. Με κάθε κόκκο της ερημιάς. Και τον βραχύ αιώνα της.