Ένα σπίτι, δύο άνθρωποι, εκείνη και εκείνος, οι συνηθισμένοι ήχοι του σπιτιού, το πλυντήριο, ο ήχος από τις σακούλες όταν καταφτάνουν γεμάτες πράγματα από το σούπερ μάρκετ, οι ήχοι των μικρών συσκευών με τη δεδομένη οικειότητά τους στα αυτιά μας, δύο σχεδόν χαμόγελα, δύο σχεδόν αγγίγματα, η τακτοποίηση των πραγμάτων, η μανιώδης καθαριότητα των κρυφών σημείων, τα πλακάκια με τα μυστικά τους, οι τοίχοι, οι σχεδόν ταυτόσημες διαδρομές που κάνουμε από το ένα σημείο στο άλλο, μικρά σημειώματα, όλα αυτά που υπόσχονται αυτή την ασφάλεια που όλοι αναζητάμε και όλοι προσπαθούμε να φτιάξουμε με τα γυμνά μας χέρια, μόνοι ή και μαζί. Υλικά με τα οποία οι άνθρωποι φτιάχνουμε με μανία τα καταφύγιά μας. Τα δικά μας μοναχικά και απομακρυσμένα από τη ζωή καταφύγια. Πίσω από τους ερμητικά κλειστούς τοίχους.
Με αυτά τα υλικά ο Δημήτρης Καραντζάς μετατρέπει αυτό το σπίτι στη σκηνή σε σπίτι μας, σε δικό μας καταφύγιο. Και ανάμεσα στους ήρωες και σ’ εμάς δημιουργεί αυτή την οικειότητα. Τους βάζει μέσα μας. Μέχρι το βλέμμα εκείνης, αναπόφευκτα, να φτάσει στο παράθυρο. Ερμητικά κλειστό και αναπόφευκτα ορθάνοιχτο. Βλέπει τον δρόμο, βλέπει τον κόσμο. Κατάματα. Φέρνει από τις χαραμάδες όλα όσα αφήνουμε απέξω, νομίζοντας ότι θα τα γλιτώσουμε. Όλα αυτά που συμβαίνουν έξω από τις προσωπικές μας σφαίρες και είναι αδύνατον οι τοίχοι να τα συγκρατήσουν εκτός μας. Με όση μανία και αν ξεσκονίσεις τα πόμολα, η σκόνη που γλιστράει από τις χαραμάδες θα ομολογήσει την αλήθεια. Στα αυτιά σου. Εκεί, μέσα στο καταφύγιο. Οι ήχοι απέξω θα τρυπώσουν. Εκεί, μέσα στο καταφύγιο.

Ο Δημήτρης Καραντζάς χτίζει ένα σπίτι οδυνηρό καθρέφτη των δικών μας σπιτιών, του δικού μας μικρόκοσμου, έχοντας φτιάξει μια αναρχική performance χωρίς καμία διάθεση να υπακούσει σε οποιαδήποτε θεατρική σύμβαση. Αρπάζει τα υλικά που χρειάζεται και τα προσγειώνει στη σκηνή χωρίς νόρμες, χωρίς καμία διάθεση θεατρικής υπακοής. Φτιάχνει ένα παράθυρο γεμάτο εικόνες. Πραγματικές. Αληθινές. Ενάντια σε κάθε απόπειρα λήθης. Χωρίς καμία αυτολογοκρισία. Με την ίδια ανυπακοή. Ελεύθερα. Εικόνες που σιγά-σιγά γκρεμίζουν τα πάντα. Κανένα καταφύγιο για τον άνθρωπο. Καμία ασφάλεια. Αυτό μας φωνάζει καθώς γκρεμίζονται συθέμελα τα πάντα. Καθώς το έξω από μας έχει ήδη εισβάλει και διαβρώσει τα πάντα μέσα και έξω μας. Και τα λόγια εκείνης, της Αλεξίας Καλτσίκη, σε έναν σπαρακτικό μονόλογο που γράφει θεατρική ιστορία, που γκρεμίζει το σπίτι μέσα μας, που πονάει, που αληθεύει, που σπάει τις σιωπές, που εναντιώνεται στη λήθη, που παραδέχεται, που θυμάται, που μας φορτώνει λέξεις στη δική μας γλώσσα σαν άφθα που καίει εκεί κρυφά τη στοματική μας κοιλότητα. Και ο Φιντέλ Ταλαμπούκας, μάσκα σιωπής, αεροδιάδρομος προσγείωσης της πιο αναπόφευκτης πραγματικότητας, της πιο μάταιης, της πιο πικρής.
Αυτή η performance του Δημήτρη Καραντζά δεν είναι θέατρο. Είναι ένα ουρλιαχτό. Αλλά και ψίθυρος. Μια κραυγή στο σκοτάδι. Μια μάχη με τη λήθη. Και εμείς δεν είμαστε απλώς θεατές, μα συνένοχοι, συνυπεύθυνοι, συμπρωταγωνιστές. Εκεί. Μέσα στο σκοτάδι. Όπου διαλύονται όλα. Με θόρυβο. Με κρότο. Αργά και βασανιστικά. Αυτή η performance του Δημήτρη Καραντζά δεν είναι θέατρο. Είναι καθρέφτης. Που παραμονεύει και δεν σπάει με τίποτα.
Info
Μικρή Σκηνή Στέγης Ιδρύματος Ωνάση
Τετάρτη-Κυριακή, 9 μ.μ. Μέχρι τις 19 Νοεμβρίου