Live τώρα    
Μπλε καστόρινα παπούτσια / Οι συντελεστές της παράστασης μιλούν στην «Α»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μπλε καστόρινα παπούτσια / Οι συντελεστές της παράστασης μιλούν στην «Α»

ΜΠΛΕ ΚΑΣΤΟΡΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Τα «Μπλε καστόρινα παπούτσια», η παράσταση της Ομάδας 4Frontal που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Θανάση Σκρουμπέλου και αγαπήθηκε πολύ από το αθηναϊκό κοινό, θα παρουσιαστεί εκ νέου στη σκηνή του Θεάτρου Μπέλλος για ακόμα 10 παραστάσεις, από 11 έως 22 Οκτωβρίου 2023. Μια παράσταση για τη ζωή και τα όνειρα των ανθρώπων που παγιδεύτηκαν στο μεταίχμιο της Ιστορίας, με φόντο την Αθήνα της δεκαετίας του ’60. Εμείς λίγο πριν την πρεμιέρα συναντήσαμε τους συντελεστές και μας μίλησαν για την παράσταση, για το κείμενο και για τους ρόλους τους

Θανάσης Ζερίτης (σκηνοθέτης-ηθοποιός)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΡΙΤΗΣ

Τα «Μπλε καστόρινα παπούτσια» είναι μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Θανάση Σκρουμπέλου. Πρόκειται για ένα πολυπρόσωπο κείμενο, με επίκεντρο τις κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές που διαμορφώθηκαν στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Αθήνα της δεκαετίας του ’60.

Ηττημένοι αριστεροί, πρώην Χίτες, φοβισμένες θρησκόληπτες, νεαροί Λαμπράκηδες, ξαναμμένοι έφηβοι, κορίτσια που έτυχε να γεννηθούν αγόρια, Άγγλοι και Αμερικανοί στρατιωτικοί, ξένοι δημοσιογράφοι, παρακρατικοί και ταγματασφαλίτες συναντιούνται στη «Χαβάη», ένα από τα πρώτα καμπαρέ των Βαλκανίων, όπου σερβίρουν άντρες ντυμένοι γυναίκες, διεκδικώντας τη θέση τους στην ιστορία.

Ο κυρ Χρήστος, πρώην Χίτης, είναι ο ιδιοκτήτης της «Χαβάης». Δεν γίνεται τίποτα στην ευρύτερη περιοχή του Κολωνού και του Μεταξουργείου χωρίς να το έχει πυροδοτήσει, πληροφορηθεί ή επιτρέψει αυτός. Έχει ένα ολόκληρο κύκλωμα ανθρώπων που τον βοηθούν να κυριαρχεί στη νύχτα και σε κάθε παράνομη δραστηριότητα, με το αζημίωτο βέβαια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σκρουμπέλος, «έχει τους νταήδες του που κρατούν την περιοχή του καθαρή από παρείσακτους και ενοχλητικούς, τους λογιστές του που φροντίζουν τα κέρδη του, τους αχαμνούς του που σπρώχνουν το εμπόρευμα στο λιανοπώλι και τα σύρματά του με το παρακράτος. Πρώην συνοδοιπόρους και κολέγες της Χ, που τώρα είχαν θέσεις στον κρατικό μηχανισμό». Όλοι τους πελάτες της «Χαβάης», μαζί και οι καινουργιοφερμένοι Αμερικανοί... Στόχος του είναι να έχει πάντα το πάνω χέρι και να κρατά τις ισορροπίες στα πολιτικά πράγματα της περιοχής, «να ανέχεται τους κεντρώους και να ξυλοφορτώνει τα κομμούνια». Είναι ανύπαντρος, άτεκνος, και έχει ιδιαίτερη αγάπη στη μανούλα του. Ο Μπόης είναι το αντίπαλον δέος του κυρ Χρήστου. Αριστερός, μέλος της στενής Αυτοάμυνας, που μόλις έχει επιστρέψει για άλλη μια φορά από την εξορία. Ιδεολόγος, που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα εχθρικό περιβάλλον χωρίς να προδώσει τις αξίες του και τα ιδανικά του, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ντοκουμέντα που προμηνύουν μια μεγάλη προβοκάτσια, αλλά δεν θα καταφέρει να τη σταματήσει.

Νεφέλη Μαϊστράλη (διασκευή-ηθοποιός)

ΜΑΙΣΤΡΑΛΗ ΝΕΦΕΛΗ

Στην παράσταση κάνω περισσότερους από έναν γυναικείους ρόλους με μεγαλύτερη ή μικρότερη παρουσία, ανάλογα με την εμπλοκή τους στη βασική ιστορία. Πρώτα από όλα, έχουμε τη χαροκαμένη Ελληνίδα μάνα Αριστέα. Η Αριστέα, μάνα του προικισμένου έφηβου Γαζούρη και του δίδυμου αδερφού του, είναι μια μαυροντυμένη, θεοσεβούμενη χήρα μόλις 36 ετών, που πλένει τις πετσέτες και τα σεντόνια των πορνείων της οδού Ακομινάτου για να συντηρήσει τα παιδιά της. Προσπαθεί, μάταια, να προφυλάξει τον Λάζαρο από κάθε είδους κίνδυνο και, κυρίως, από τα κορίτσια της «Χαβάης» που λατρεύουν τον τεράστιο φαλλό του. Η Αριστέα ξεκινά ως κωμική φιγούρα και καταλήγει τραγικό πρόσωπο. Ακολουθούν η Όλγα και η Άρτεμις, που συνδέονται με μια νοητή γραμμή ως προς το ιδεολογικό τους υπόβαθρο.

Η Όλγα, μάνα του καλύτερου φίλου του Γαζούρη, 35 χρονών, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στη φυλακή και στην εξορία. Μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού και συμπολεμίστρια του Άρη Βελουχιώτη, κάνει τον απολογισμό της και προειδοποιεί τους αγαπημένους της για τη ζοφερή πραγματικότητα που τους επιφυλάσσει το μετεμφυλιακό μέλλον. Η Άρτεμις είναι ένα νεαρό κορίτσι που οργανώνεται στους Λαμπράκηδες προκειμένου να διεκδικήσει ένα καλύτερο αύριο, κόντρα στον επερχόμενο φασισμό. Κατά τη διάρκεια της πολιτικής δράσης της συνδέεται με τον Μαλατσία, κολλητό φίλο του Γαζούρη, και αντιλαμβάνονται παρέα την πολυπόθητη «άνοιξη». Και έπονται η Ελληνοαμερικανίδα δημοσιογράφος και η δεσποινίς Μαυρέα, που εμφανίζονται άπαξ.

Η Ελληνοαμερικανίδα δημοσιογράφος. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή γυναικεία παρουσία εξ Αμερικής που έρχεται στη «Χαβάη» και αναστατώνεται από τον φαλλό του Γαζούρη, που της χαρίζει μοναδικές στιγμές ηδονής. Αντίστοιχα, για τον Λάζαρο είναι η πρώτη του σεξουαλική εμπειρία. Η δεσποινίς Μαυρέα είναι η καινούργια φιλόλογος της περιοχής, η οποία έχει ιδιαίτερη αγάπη στη λαογραφία. Της αρέσει να συχνάζει στη «Χαβάη» και να μαθαίνει στα κορίτσια λαϊκές παραδόσεις. Ονόμασε δε τον Γαζούρη -αφού διαπίστωσε με τα ίδια της τα μάτια το φαλλικό παράδοξο- «νέο Διόνυσο».

Χάρης Κρεμμύδας (ηθοποιός)

ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ ΧΑΡΗΣ

Η Θέμις είναι μία από τις παλαιότερες εργαζόμενες στο καμπαρέ «Χαβάη». Ένα αγόρι που το βράδυ ντυνόταν κορίτσι για να ζήσει ελεύθερο σε μία κοινωνία που του επέτρεπε να «υπάρχει» μόνο το βράδυ είτε για να εκπορνεύεται είτε για να διασκεδάζει τους θαμώνες του μαγαζιού. Όπως λέει και ο συγγραφέας: «Η Θέμις μιλούσε γλώσσες και είχε έναν αέρα ευρωπαϊκό, ρε παιδάκι μου. Άλλο πράγμα. Είχε βγει βρόμα ότι ήταν γόνος οικογενείας με σπιταρώνα στο Ψυχικό. Η ανάγκη της όμως να είναι γυναίκα την έριξε στη “Χαβάη”». Μία κόρη φυλακισμένη σε σώμα γιου, λοιπόν, που για να ζήσει άφησε μια ζωή με ανέσεις και χάραξε τον δικό της δρόμο στις δύσκολες νύχτες της δεκαετίας του ’60, ρισκάροντας τη ζωή της και τη σωματική της ακεραιότητα. Γοητεύεται από τον Λάζαρο Τρίλια/Γαζούρη και βλέπει στα μάτια του τον Έλβις της Ελλάδας που θα εκτοξεύσει τη δημοφιλία της «Χαβάης» φτάνοντάς την μέχρι το Χόλιγουντ.

Πάνος Τοψίδης (ηθοποιός)

ΤΟΨΙΔΗΣ ΠΑΝΟΣ

Βασικός χαρακτήρας μου στην παράσταση είναι η Φώτω· ένας γεροδεμένος (πρώην) άντρας που τα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου είχε «εκτεθεί με τις ομάδες των παρακρατικών που δέρναν και βάζαν φωτιές» και ύστερα θέλησε να φορέσει γυναικεία ρούχα και να δουλέψει στη «Χαβάη». Είναι το δεξί χέρι του κυρ Χρήστου και η απόλυτη κουμανταδόρος στο μαγαζί και στα υπόλοιπα κορίτσια. Ο ρόλος αυτός προέκυψε από έναν συγκερασμό δύο εκ διαμέτρου αντίθετων χαρακτήρων του βιβλίου. Από τη μία του Τάκη της οχιάς, ενός αρχιμπράβου του κυρ Χρήστου, και από την άλλη της θρυλικής Βασίλως, μιας πραγματικής τρανς φίρμας της εποχής που εμφανιζόταν στη «Χαβάη». Ενώ λοιπόν αυτή η ένωση, αυτό το αταίριαστο ταίριασμα, σε ένα πρώτο επίπεδο θα μπορούσε να δημιουργεί ερωτηματικά, θεωρώ πως η Φώτω είναι η απόδειξη ότι δυστυχώς η σεξουαλική επανάσταση δεν συνοδεύεται πάντα από την κοινωνικοπολιτική. Η Φώτω, ενώ αγωνίζεται για το δικαίωμά της να υπάρχει ως γυναίκα, η πολιτική της θεώρηση και πρακτική δεν της επιτρέπουν να ονειρευτεί την άνοιξη που θα την απελευθέρωνε.

Διονύσης Πιφέας (ηθοποιός)

ΠΙΦΕΑΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ

Ο Λάζαρος Τρίλιας (ή Γαζούρης) είναι ένας έφηβος με θεϊκό, υπερμεγέθη φαλλό, που ζει με τη μητέρα του Αριστέα στη συνοικία του Κολωνού τη δεκαετία του ’60 και του αρέσει να τραγουδάει και να χορεύει Πρίσλεϊ. Για να μπορέσουν να επιβιώσουν (αλλά και για να πληρώνουν το ίδρυμα που έχουν τον δίδυμο ανάπηρο αδερφό του), η Αριστέα πλένει τα σεντόνια των πορνείων της πλατείας Μεταξουργείου και ο Λάζαρος τα γυρίζει πίσω στα κορίτσια καθαρά. Αυτές τρελαίνονται να χαζεύουν το θηριώδες πέος του κι αυτός, ως γνήσιος έφηβος, δεν διστάζει να τους το επιδεικνύει, σπέρνοντας τον πανικό. Ύστερα από πρόταση της Θέμιδας, ο Γαζούρης θα πιάσει δουλειά ως τραγουδιστής ροκ μουσικής στο θρυλικό καμπαρέ «Χαβάη». Εκεί σύντομα θα μυηθεί στον κόσμο της νύχτας, θα γνωρίσει από πρώτο χέρι τους κινδύνους αλλά και τη γοητεία της.

Πριν καλά καλά το καταλάβει, θα βρεθεί μπλεγμένος στον υπόκοσμο ως το δεξί χέρι του αφεντικού, του κυρ Χρήστου, ο οποίος τον θεωρεί διάδοχό του. Ένα παιδί μεγαλωμένο στη φτώχεια και στην ανέχεια, χωρίς πατέρα, χωρίς να έχει συνείδηση της ιστορικής συγκυρίας στην οποία ζει, που λατρεύει το τραγούδι, θα ζήσει μια ιστορία δόξας και θα γίνει σύμβολο της χαράς, του έρωτα και της λαχτάρας για ζωή για όλους τους ανθρώπους που έζησαν στο περιθώριο.

Σταύρος Γιαννουλάδης (ηθοποιός-μουσική επιμέλεια)

ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΔΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Στην παράσταση «Μπλε καστόρινα παπούτσια» οι ρόλοι μου είναι ο Μαλατσίας και η Γκόλφω. Ο Μαλατσίας, ή Θανάσης, είναι ο κολλητός φίλος του Γαζούρη, του παιδιού με το υπερμεγέθες πέος. Ο Μαλατσίας, με βαθύ αριστερό παρελθόν, είναι ένας έφηβος με έντονο πολιτικό προβληματισμό, μπαίνει στη Δημοκρατική Κίνηση Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης και από κει αποζητάει την «άνοιξη» για το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα. Ο Μαλατσίας ενηλικιώνεται απότομα μέσα από τις σκληρές πολιτικές εξελίξεις, αλλά και τον χαμό των αγαπημένων του προσώπων.

Η Γκόλφω είναι ένα από τα κορίτσια της «Χαβάης». Η Γκόλφω ψάχνει να βρει την αγάπη και την ελευθερία της μέσα σε αυτόν τον υπόγειο κόσμο. Ακόμη και ο κακοποιητικός έρωτας που της προσφέρει ο Αμερικανός λοχαγός είναι γι’ αυτήν αρκετός για να τα παρατήσει όλα και να φύγει. Η ευαισθησία και η αγριότητα συνυπάρχουν μέσα σ’ αυτό το κορίτσι, που δεν θα δει τα όνειρά του να πραγματοποιούνται.

Γεωργία Μπούρδα (σκηνογράφος-ενδυματολόγος)

Τα «Μπλε καστόρινα παπούτσια», μια ροκ ιστορία με φόντο το μαγαζί «Χαβάη» στο Μεταξουργείο, ένα υπόγειο, το πρώτο κέντρο τραβεστί της Αθήνας, σήμα κατατεθέν μιας γειτονιάς. Κατεβαίνοντας τη σκάλα του Θεάτρου Μπέλλος για να μπεις στη σκηνή, δεν μπορεί παρά το σκηνικό να είναι η θρυλική «Χαβάη», η μεγάλη κουρτίνα του σόου, η κουρτίνα που χωρίζει τα σεπαρέ, τα κουρτινάκια γύρω από τους θεατές, η ροζ κόκκινη ταμπέλα από νέον, ένα υπόγειο όπου μέσα του, γύρω του και πάνω από αυτό λαμβάνουν χώρο οι ταραγμένες μέρες του ’64, η ζωή και τα όνειρα ανθρώπων που παγιδεύτηκαν στο μεταίχμιο της Ιστορίας. 18 χαρακτήρες, πρώην Χίτες, νέοι που γίνονται Λαμπράκηδες, άνθρωποι της γειτονιάς, παρακρατικοί και νταήδες, Αμερικανοί στρατιώτες, τα κορίτσια της «Χαβάης», εναλλάσσονται αστραπιαία μπροστά μας, κοστούμια, στρατιωτικά, ποδιές, πολύχρωμα ρούχα, παγιέτες, λαμέ, τα μπλε καστόρινα παπούτσια, γόβες νούμερο 46, για να μας κάνουν να γελάσουμε, να συγκινηθούμε, να θυμηθούμε και στο τέλος να μας κόψουν την ανάσα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0