Αρκετές φορές έχω αναρωτηθεί όσοι γράφουμε για θέατρο αν όντως αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες και το έργο των δημιουργών.
Ούσα σε συνεχή διάλογο με καλλιτέχνες προβληματίζομαι όταν μου λένε πως οι κριτικές που γράφονται όχι μόνο δεν επικοινωνούν μαζί τους, που είναι ένα από τα ζητούμενα, αλλά συχνά νιώθουν σαν να τους κουνούν το δάχτυλο σε ένα δικαστήριο αυτεπάγγελτων κριτών που δεν έχουν καμία επαφή μα ούτε και πρόθεση να συνομιλήσουν.
Πολύ θόρυβος δημιουργήθηκε με την παράσταση «ΣΦΗΚΕΣ» σε σκηνοθεσία και κείμενο Λένας Κιτσοπούλου. Αρκετοί είναι αυτοί που διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για τον συνεπή όρο της διασκευής και κατά πόσο προσβάλλεται η ιερότητα του χώρου.
Πρωτίστως, ας ξεκαθαρίσουμε πως η τέχνη δεν είναι κανένα ιερό εικόνισμα κι ούτε ο ρόλος της είναι να ικανοποιήσει τις προσδοκίες κανενός. Δεν χρωστάει να είναι αρεστή, ευπροσήγορη, πόσω μάλλον βολική και κατάλληλη. Έχει δικαίωμα να αποτυγχάνει και να επιβεβαιώνεται μα περισσότερο απ΄ όλα να πειραματίζεται και να εξελίσσεται.
Όσο για τον ιερό χώρο της Επιδαύρου που κάποιοι σκουπίζουν τα υποδήματα τους προτού πατήσουν τα «άγια χώματα» βγάζοντας την καθιερωμένη selfie δεν τους άκουσα να παραπονιούνται όταν ο πρωτόδικα καταδικασμένος για δύο βιασμούς ανηλίκων Δημήτρης Λιγνάδης φιλούσε το εκμαγείο του Παρθενώνα προσκυνώντας αθώους και ενόχους σε ένα ρεσιτάλ εθνικισμού. Ούτε ζήτησε κανείς την παραίτηση του Εθνικού.
Φυσικά, να ανοίξει ο διάλογος για το πως ξοδεύεται το δημόσιο χρήμα και αν υπάρχουν νοθείες να καταγγελθούν. Όχι όμως να πετιούνται ως περιττώματα στον ανεμιστήρα των εντυπώσεων. Αλίμονο αν φτάσουμε στο σημείο να λειτουργούμε με μικροαστικούς όρους φορολογούμενου που επειδή πληρώνει θέλει να περάσει και καλά. Δεν είναι μπακάλικο η τέχνη.
Υπάρχει όμως κάτι πιο σημαντικό που μέσα στις αναλύσεις και τις κραυγές το προσπεράσαμε. Το θέμα δεν είναι αν η συγκεκριμένη παράσταση είναι άρτια ή αν η δημιουργός είναι καλή σκηνοθέτρια. Ο καθένας έχει δικαίωμα να έχει την οπτική και την ανάγνωση του.
Αναφέρομαι στον ναρκισσισμό και τη φτήνια όσων αντιμετωπίζουν την τέχνη ως τσιφλίκι νομίζοντας ότι τους χρωστάει. Το να αποκαλείς έναν ηθοποιό «ανυπόφορο» δεν είναι κριτική ούτε άποψη. Είναι κακοποίηση και φασισμός. Ένας οπαδισμός που επειδή στερείται, προφανώς, επιχειρημάτων και γνώσης καταφεύγει σε χαρακτηρισμούς που προσβάλλουν και απαξιώνουν τον ίδιο τον εργαζόμενο. Είναι άλλο εκφράζω την άποψη μου με τόλμη και παρρησία και διαφορετικό σε ποδοπατώ αυτοανακηρύσσοντας εαυτόν αυθεντία.
Επιμένω, μεγάλο ποσοστό όσων γράφουν για θέατρο δεν έχουν την παραμικρή κατάρτιση και την παραμικρή σπουδή. Δεν είναι αυτό όμως το πρόβλημα. Το χειρότερο είναι ότι δεν έχουν και στοιχειώδη ηθική.
Δεν χρειαζόμαστε άλλους χωροφύλακες στην τέχνη!