Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021. Λίγο μετά τις 9.30 το βράδυ, στο Θέατρο Πέτρας, τα φώτα σβήνουν και από το βάθος μιας ξύλινης κατασκευής που πατάει στη γη και μοιάζει με προβλήτα που οδηγεί σε θάλασσα, σε θάλασσα καμωμένη από χώμα, ξεπροβάλλει μια γνώριμη φιγούρα, σαν αέρας, που από τις πρώτες νότες σού υπόσχεται ότι κάτι μαγικό πρόκειται να συμβεί αυτό το βράδυ μπροστά στα μάτια σου.
Είναι η Τάνια Τσανακλίδου, που 33 χρόνια μετά το θρυλικό "Μαμά, γερνάω" συναντά τη Λίνα Νικολακοπούλου, που γιορτάζει τα 40 της χρόνια στην ελληνική μουσική σκηνή, για να μοιραστούν μαζί μας στιγμές, λόγια, τραγούδια.
Από το πρώτο τραγούδι η Τάνια φόρτωσε στο καράβι τής μνήμης το κατάμεστο θέατρο, παρασύροντάς το σε μια θάλασσα λέξεων της Λίνας, που για περισσότερο από μιάμιση ώρα έπλεε ανεξέλεγκτο εκεί, με εμάς όχι απλούς θεατές, αλλά συνεπιβάτες και αυτόπτες μάρτυρες τής λεκτικής περιουσίας της Λίνας.
Μόνο μια ερμηνεύτρια σαν την Τάνια Τσανακλίδου μπορεί να αρπάξει με τη φωνή της όλα αυτά τα τραγούδια και να τα κάνει δικά της, να σ’ τα φωνάξει, να σ’ τα πει στο αυτί, να σ’ τα θυμίσει και, γιατί όχι, να σ’ τα γνωρίσει. Κάθε τραγούδι και μια έκπληξη, με την Τάνια πότε να πατάει στη γη κοντά στην υπέροχη ορχήστρα και πότε να τραγουδάει στην ξύλινη προβλήτα φωτισμένη με τρόπο που ξεχνούσες πού ακριβώς βρίσκεσαι. Μια ξύλινη γέφυρα με το κοινό γεμάτη τραγούδια που τα γέννησε και τα έθρεψε η ποίηση της Νικολακοπούλου. Ο Φωκάς Ευαγγελινός, με σκηνοθετική απλότητα που ενίσχυσε ο αλλοτινός φωτισμός του Περικλή Μαθιέλλη, άφησε την Τάνια και τη Λίνα να τριγυρνούν με ελευθερία στον σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε ο Γιώργος Γαβαλάς, εξασφαλίζοντας μια επαναστατική ερμηνευτική ελευθερία για να αναπνεύσουν τα τραγούδια.
Και τα φώτα χαμηλώνουν πάλι και τα λόγια της Λίνας, από τα δικά της χείλη αυτή τη φορά, σταματούν και τον τελευταίο θόρυβο στο κοινό, για να ακουστεί αμέσως μετά ένα από τα πιο σπαρακτικά χειροκροτήματα που έχω βιώσει ποτέ σε ζωντανή παράσταση. Ήταν το ελάχιστο δώρο από όλους εμάς, κάτι σαν ευχαριστώ, για τις λέξεις που η Λίνα έγραψε και εμείς τις κλέψαμε, τις τραγουδήσαμε, τις αφιερώσαμε. Μ’ αυτές αγαπήσαμε, μ’ αυτές κλάψαμε, μ’ αυτές ερωτευτήκαμε, μ’ αυτές ξεχάσαμε και μ’ αυτές θυμόμαστε μέχρι και σήμερα.
Η Τάνια κάθεται για τελευταία φορά εκεί στην άκρη. Οι πατούσες της αγγίζουν τη θάλασσα και 33 χρόνια μετά τραγουδάει το “Μαμά, γερνάω” με τη φωνή της να τρέμει από συγκίνηση. Και από το κοινό να έρχεται μόνο ο γνώριμος σιγανός ήχος που κάνουν τα δάκρυα όταν μαγικά συγχρονίζονται, χωρίς οι μάσκες να μπορούν να τα εμποδίσουν με κανέναν τρόπο.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ότι κι αν συμβαίνει, κάθε φορά που η ποίηση της Λίνας συναντά τη φωνή της Τάνιας θα είναι... ανάσα.