Αξέχαστες του μένουν οι στιγμές με τον δάσκαλο και μέντορά του Ron Carter στο Manhattan School of Music, όπου ο Κίμων Καρούτζος έκανε το master του στο jazz κοντραμπάσο. Οι πράξεις γενναιοδωρίας αυτού του μεγάλου μουσικού ήταν το δώρο του στον νέο Έλληνα που, έτσι απρόσμενα, συναντούσε τον ήρωά του. Του έδειξε πώς να παίζει, πώς να «είναι», σαν ένας άνθρωπος με αξίες, που αγαπά τη μουσική.
O Ron Carter, ένας από τους πιο σημαντικούς μπασίστες στην ιστορία της τζαζ και μέλος του ιστορικού κουιντέτου του Miles Davis στα '60s, υπήρξε, από μόνος του, ένα «πανεπιστήμιο». Στην ύλη των μαθημάτων του περιέχεται κάθε πτυχή της εκτέλεσης του κοντραμπάσου.
Από την αρχή
Στη γενέτειρά του, το Ζούμπερι της ανατολικής Αττικής, η μητέρα του, βάζοντάς του απαλή κλασική μουσική, τον ηρεμούσε στο βρεφικό του κρεβατάκι. Ο μικρός Κίμων την απολάμβανε και αποκοιμιόταν γλυκά.
Στα πέντε, η έκθεσή του στη μουσική συνεχίστηκε εντελώς απρόσμενα, με το... θηριώδες «In-A-Gadda-Da-Vida». Στα οκτώ, η δασκάλα κιθάρας της γειτονιάς του ανέλαβε να του διδάξει τις πρώτες νότες στη φρεσκοαγορασμένη ισπανική κιθάρα του.
Στα δεκατέσσερα, στο Μουσικό Γυμνάσιο Παλλήνης, μετά το πιάνο και το ηλεκτρικό μπάσο που έμαθε από δύο θείους του μπασίστες, άγγιξε για πρώτη φορά ένα «Big gut string bass fiddle» -όπως έλεγε ο μέγας απών Charlie Haden το κοντραμπάσο- σαν αυτό που του τράβηξε το βλέμμα στο εξώφυλλο ενός δίσκου. Ένας έρωτας ατέλειωτος γεννήθηκε.
Τα Σάββατα ο Κίμων κατέβαινε στο Μοναστηράκι με τη μαμά. Πρώτος του δίσκος ήταν το «The Doors», το πρώτο άλμπουμ τους, ενώ από την jazz & blues συλλογή της θείας Ελένης ξεχώρισε τους Robert Johnson, Memphis Slim, Howlin' Wolf και John Lee Hooker που τον συγκίνησαν με το ηχόχρωμά τους, καθώς με μια παρέα συμμαθητών του Δημοτικού έστηναν το πρώτο ροκ γκρουπάκι.

Στο Μουσικό Γυμνάσιο της Παλλήνης
Και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση: στην Τρίτη Γυμνασίου γίνεται δεκτός στο Μουσικό της Παλλήνης, όπου ο Θοδωρής Κότσυφας δίδασκε κιθάρα και ο Γιώργος Δούσης τζαζ σύνολα. Με τη μικρή συμφωνική ορχήστρα του σχολείου του ο Κίμων έπαιξε στην πρώτη παρουσίαση της όπερας «Το καναρίνι» του καθηγητή Γ. Δροσίτη. Λίγο αργότερα, την ένταση του ήχου, τα δυνατά φώτα, το πάθος και το πλήθος του «School Wave» της Πλατείας Νερού στην πρώτη εμφάνιση στο μεγάλο κοινό θα τα θυμάται για πάντα.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο τον ανέλαβε ο κορυφαίος κοντραμπασίστας της ΚΟΑ και της Ορχήστρας των Χρωμάτων, ο εξαιρετικός παιδαγωγός Τάσος Κάζαγλης, ενώ ο «Φούρης», ο δάσκαλος της ελληνικής τζαζ, ένα ίνδαλμά του, τον έφερε στο «George Kontrafouris Trio», δεξί του χέρι στο άλμπουμ «The Passing» του 2020.

Στο Κονσερβατόριο του Άμστερνταμ
Σε ένα σεμινάριο στη Ρώμη τού σύστησαν το Κονσερβατόριο του Άμστερνταμ. Το περιβάλλον, οι δεκάδες ταλαντούχοι μουσικοί απ' όλον τον κόσμο, τα μαθήματα με βετεράνους Ολλανδούς και Αμερικανούς μουσικούς και η εμπειρία των εμφανίσεων σε μεγάλες αίθουσες και σε διεθνή φεστιβάλ δίπλα σε σπουδαία ονόματα της τζαζ αποτέλεσαν σημαντική εμπειρία για τον Κίμωνα, που έφυγε για την Ολλανδία μετά ένα σύντομο πέρασμά του από το Τμήμα Μουσικολογίας του ΕΚΠΑ.
«Είχα το νεύρο και την τύχη, αλλά πιστεύω και τη σοβαρότητα, σε μια τόσο μικρή ηλικία, να σταθώ στην ίδια σκηνή δίπλα στους ήρωές μου» αφηγείται σκεπτικός ο Κίμων, που εκεί ένιωθε να παίρνει «αστεράκια» στη στολή τού ανερχόμενου τζάζμαν.
Την πρώτη του εμπειρία σε στούντιο ηχοληψίας την είχε το 2016 στην Ολλανδία με το κουαρτέτο του τενορίστα Claudio Jr De Rosa, δίπλα στον Καταλανό πιανίστα Xavi Torres και τον Λιθουανό ντράμερ Augustas Baronas. Μαζί έπαιξαν στο Umbria Jazz Festival και το North Sea Jazz Festival, ενώ ο Κίμων με το τρίο του Ιταλού πιανίστα Tomaso Perazzo ηχογράφησαν το άλμπουμ “What's coming next” και έπαιξαν -κάτι που γίνεται ακόμα- στο Utrecht Jazz Festival και το Bimhaus του Άμστερνταμ.
Ηχογραφήσεις, συνεργασίες, φεστιβάλ και συναυλίες σε όλη την Ευρώπη. Στιγμές που δεν γίνεται να ξεχάσεις! Στο “Keep an Eye International Jazz Award” 2017 τo special award του καλύτερου σολίστα ήρθε στα χέρια του, ενώ πρόσφατα ο Κίμων ήταν ο πρώτος Έλληνας φιναλίστ στον περίφημο διεθνή διαγωνισμό κοντραμπάσου του «International Society of bassists».
Την επόμενη χρονιά ήρθε το “Drums to Heal Society” και η συνεργασία με τον ντράμερ Billy Pod (Βασίλη Ποδαρά). Η ηχογράφηση του δίσκου έγινε στο στούντιο Sierra από τον Γιώργο Καρυώτη. Αρχές του 2020 συμμετέχει στην ηχογράφηση του “Midtown Walk” του Ιταλού τενορίστα Francesco Amenta, με πιανίστα τον Cyrus Chestnut και ντράμερ τη Γαρυφαλλιά Κερκέζου, στο στούντιο του John Lee, κάποτε μπασίστα του Dizzy Gillespie, στο New Jersey.
Ο Κίμων φτάνει το καλοκαίρι του 2018 στο «Μεγάλο Μήλο». Εκεί, από το Manhattan School of Music και τη διαμονή του στη Νέα Υόρκη, θέλησε «να τα πάρει όλα»: γνώσεις - εμπειρίες ζωής, για να γίνει ένας καλύτερος μουσικός παίζοντας με ομότεχνούς του καλύτερους απ' αυτόν.

Στη «Μέκκα» της τζαζ
Κάθε βράδυ συναντούσε τους ήρωές του. Ήταν ένα ανεπανάληπτο «μάθημα» σ' ένα σχολείο υψηλού επιπέδου, στα κλαμπ Birdland, Mezrow και το Dizzy's του Lincoln Center, ενώ ο Κίμων με τους πιανίστες Arturo O'Farill και Cyrus Chestnut, τον τρομπετίστα των Jazz Messengers Philip Harper και τον Ethan Iverson των «The Bad Plus», έπαιζε μουσική στο πλέον υψηλό επίπεδο σε ένα ξαφνικό «gig» της τελευταίας στιγμής ή ένα jam-session δίπλα σε μια «φίρμα».
Ένα πρωί χτυπαέι το τηλέφωνο και ακούει μια αξιοσέβαστη ενήλικη φωνή: «My name is Roy!». Ήταν ο παλαίμαχος soul - jazz πιανίστας Roy Meriwether από το Dayton του Οχάιο. Ένας “local-hero” της σκηνής της Νέας Υόρκης, που λίγοι τυχεροί είχαν ακούσει στα χρόνια των 70's στα κλαμπάκια της «Μέκκας» της τζαζ.
Η πρότασή του τον συγκίνησε. Ο Κίμων Καρούτζος ήταν ο μόνος λευκός στη σκηνή αλλά και στην αίθουσα της βιβλιοθήκης της πιο μαύρης γειτονιάς του Brooklyn. Έγινε κάτι που μόνο εκεί θα μπορούσε να συμβεί: να συναντήσει και να μοιραστεί το σανίδι με έναν παραγνωρισμένο ήρωα της μουσικής της ψυχής. Ήταν η πρώτη του συνεργασία μ' έναν άνθρωπο που έπαιζε «σαν τότε».
Σαράντα εννιά λεπτά απόλαυση
Τον Μάρτιο του 2020 ο Κίμων πίστεψε πως θα επέστρεφε για λίγο στην Αθήνα. Η πανδημία τον διέψευσε. Λίγο πριν είχε βρεθεί με τον κιθαρίστα Διονύση Πολυγένη σ' ένα duo-gig σ' ένα κλαμπ του Μπρούκλιν. Μετά το πρώτο δίμηνο της αδράνειας συναντήθηκαν ξανά. Αυτή τη φορά στην Αθήνα, με σκοπό να ηχογραφήσουν κάποια jazz standards και λίγες δικές τους συνθέσεις.
Πριν ακόμα παίξουν μαζί γεννήθηκε η ιδέα αυτού του πρότζεκτ που κοινό του παρονομαστή έχει την παραπλήσια αισθητική τους αντίληψη. Το «DIG!» (σημαίνει... γουστάρω!) ηχογραφήθηκε σε τέσσερις μόλις ώρες, με ελάχιστα second takes, στο στούντιο Antart με ηχολήπτη τον Νίκο Κόλλια. Συνδυάζει bebop μελωδίες, blues feeling και μια δεξιοτεχνική ικανότητα που σαγηνεύει τον ακροατή.
Στο «DIG!» οι δύο Έλληνες φίλοι μουσικοί χρησιμοποιούν ως πυρήνα το αλάνθαστο λεξιλόγιο της «παράδοσης» της τζαζ: Ντουέτα σαν του Jim Hall με τον Ron Carter, του Birélli Lagrène με τον Niels-Henning Orsted Pedersen ή του Barney Kessel, με τον Ray Brown.
Βασικό χαρακτηριστικό του «DIG!» είναι ο ακουστικός ήχος της κιθάρας του Πολυγένη, που μιλάει τη γλώσσα του swing, δίπλα σε ένα κοντραμπάσο που άλλοτε παίζει σόλο και άλλοτε «περπατάει» πάνω στον ρυθμό. Σαν παίκτες ο Κίμων και ο Διονύσης διακρίνονται για την ολοκληρωμένη προσέγγισή τους στο όργανό τους, προϊόν επίμονης πολύχρονης μελέτης.
Στο ρεπερτόριο του δίσκου περιλαμβάνεται ο ομώνυμος bebop - θρύλος των 60's, που ποτέ του ο Miles -που το έγραψε- δεν ηχογράφησε. Ένα κομμάτι γεμάτο ενθουσιασμό και διάθεση για επικοινωνία που κλείνει τον δίσκο και σε προκαλεί να τον ξανακούσεις από την αρχή, όπου ένα blues, το «Soft Winds» του Fletcher Henderson σ' έναν medium-up ρυθμό, σε καλεί να μείνεις εκεί για ν' απολαύσεις τα υπόλοιπα tracks του δίσκου.
Το “Soft Winds” περιγράφει την ιδέα του ντουέτου του «DIG!»: το swing, τα blues, ενέργεια, ενθουσιασμό και την επικοινωνία των δύο «συνομιλητών». Το “Sometimes I feel like a motherless child” παίρνει σώμα και ψυχή στην απόδοσή του από το σόλο του Κίμωνα στο μπάσο, ενώ το «O sole mio» του Eduardo Di Capua, από τη μοναχική κιθάρα του Διονύση, φέρνει τον ήλιο της Μεσογείου πιο κοντά στην καταχνιά της Νέας Υόρκης.
Φιλοδοξία του Κίμωνα και του Διονύση είναι η απόλαυση των ακροατών στα 49 αυτά λεπτά μουσικής, η οποία μπορεί να ακουστεί παντού, σε μπαράκια και σε φεστιβάλ ή σε αίθουσες κλασικής μουσικής, με την ίδια ευκολία.
Το άλμπουμ «DIG!» κυκλοφορεί διαδικτυακά και στην «υλική» μορφή ενός CD από τα τέλη Μαΐου του 2021 από την Gut Strings Records της Νέας Υόρκης.