Live τώρα    
22°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αραιές νεφώσεις
22 °C
19.4°C25.6°C
4 BF 47%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
25 °C
24.4°C28.3°C
5 BF 47%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
22.8°C26.0°C
2 BF 57%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
26 °C
25.6°C26.1°C
2 BF 69%
ΛΑΡΙΣΑ
Σποραδικές νεφώσεις
24 °C
24.0°C24.0°C
1 BF 50%
Chet Baker / Η μεγάλη λευκή ελπίδα της τζαζ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Chet Baker / Η μεγάλη λευκή ελπίδα της τζαζ

Γεννήθηκε τον Μάιο του 1929 σε μια μικρή πετρελαιούπολη της Οκλαχόμα. Σε μια πατρίδα εντελώς «αταίριαστη» για έναν από τους πιο διάσημους μουσικούς της τζαζ.

Ο πατέρας του -κιθαρίστας σε τοπικά country σχήματα- ήταν υπεύθυνος για τα πρώτα του τζαζ ακούσματα. Του χάρισε ένα τρομπόνι, για να μπει κι αυτός στον χώρο της μουσικής. Δεκατριών ετών απέκτησε την πρώτη του τρομπέτα και έτσι ο μικρός Chet ξεκίνησε να παίζει στη σχολική ορχήστρα. Η Οκλαχόμα ανέδειξε αρκετούς αξιόλογους τζαζ μουσικούς, αλλά ο Baker σχολίαζε αρνητικά, με κάθε ευκαιρία, τη μουσική παραγωγή της γενέτειράς του.

Χρόνια μετά, στο ερειπωμένο Βερολίνο, ο Chet μαχόταν για μια θέση στη στρατιωτική ορχήστρα. Μέσα κι έξω για τέσσερα χρόνια, μέσα κι έξω από τον στρατό, η μουσική ήταν το μόνο που είχε σημασία γι’ αυτόν. Το 1950 κατατάχτηκε ξανά κι έγινε μέλος της στρατιωτικής μπάντας της μονάδας του, στο San Francisco, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά την τζαζ σκηνή της Βόρειας Καλιφόρνια.

Όταν μεταφέρθηκε στο οχυρό Γουατσούκα της Αριζόνα, ο Chet λιποτάκτησε. Μετά την παραμονή του για τρεις εβδομάδες σε ψυχιατρική κλινική, χαρακτηρίστηκε οριστικά «ανίκανος να προσαρμοστεί στη στρατιωτική ζωή» και τελικά απολύθηκε.

O Charlie Parker και οι γυναίκες

Ήταν τότε που οι γυναίκες μπήκαν αποφασιστικά -ώς και δραματικά- στη ζωή του. Και έμειναν. Και μετά, ήρθε ο Charlie Parker. Μια μέρα, στο LA, ο Chet βρέθηκε, έτσι ξαφνικά, δίπλα του στη σκηνή. Ο «Bird» είχε ακούσει φήμες γι' αυτόν τον εύθραυστο τρομπετίστα που ονειρευόταν να γίνει ίσος ή και καλύτερος από τους πρώτους, τους διάσημους έγχρωμους stars του be-bop.

Ο Chet Baker, αυτός ο ταλαντούχος λευκός τρομπετίστας και τραγουδιστής, είχε το θράσος να «εισβάλει» στον μαυροκρατούμενο κόσμο της τζαζ. Πέρασε τα φράγματα από τη λευκή και «προνομιούχο» σκηνή της West Coast jazz προς τη σκληρή και παθιασμένη East Coast σκηνή, της Ανατολικής Ακτής, με τις μελαγχολικές μελωδίες του και τον λυρισμό του λιτού ήχου της τρομπέτας του και της φωνής του.

Αυτή η χωρίς βιμπράτο «θηλυκή» τενόρο φωνή μιμείται τους τραγουδιστές της cool jazz όπως ο αμίμητος Mel Tormé -ένα πρώην «παιδί-θαύμα», που έφυγε το 1999 - και την καπνισμένη φωνή της June Christy. Η ηχογράφηση του «Let’s Get Lost», μιας ρομαντικής μπαλάντας, έγινε το πιο αντιπροσωπευτικό του κομμάτι και, λόγω των παθών του, το σπαρακτικό «My Funny Valentine» το σήμα κατατεθέν του.

Το 1952 εντάχθηκε στο φημισμένο «pianoless» κουαρτέτο του σαξοφωνίστα Gerry Mulligan. Ένα σχήμα χωρίς πιάνο, που συνεισέφερε καθοριστικά στη δημιουργία του τζαζ ιδιώματος της West Coast. Εκεί, ο Chet Baker θα έκανε τις πρώτες του ηχογραφήσεις, παίζοντας και τραγουδώντας με το «cool» τζαζ ύφος του. Το 1953 ανακηρύχθηκε κορυφαίος τρομπετίστας της χρονιάς από το περιοδικό «Metronome» και τον ίδιο χρόνο ίδρυσε το δικό του κουαρτέτο.

«Είναι εύκολο να τον αγαπήσει κάποιος γι' αυτά που παίζει, είναι δύσκολο γι' αυτά που ζει. Δεν διαλέγουμε όμως υποχρεωτικά ανάμεσα στα δύο. Τον αγαπάμε», έλεγε ο James Gavin, στη βιογραφία τού Baker

Ο πανηγυριτζής με τη σύριγγα

Στα είκοσί του ο Chet Baker μοιάζει με τον Τζέιμς Ντιν, ήδη όμως στο βάθος είναι ένα είδος Βερλέν: πάνω απ' όλα είναι η μουσική του και από κάτω τα σκουπίδια - ναρκωτικά αντί για αψέντι. Τις διαδοχικές γυναίκες του τις χτυπάει. Κι αυτές δεν τον εγκαταλείπουν. Βρίζει τους μουσικούς που τον συνοδεύουν - όταν δεν τους κλοτσάει. Κι αυτοί, συνήθως, ξαναγυρίζουν. Τον Chet τον αγαπούν, παρά τη θέλησή του, για τις συγκινήσεις που ξυπνάει.

«Είναι εύκολο να τον αγαπήσει κάποιος γι' αυτά που παίζει, είναι δύσκολο γι' αυτά που ζει. Δεν διαλέγουμε όμως υποχρεωτικά ανάμεσα στα δύο. Τον αγαπάμε», έλεγε ο James Gavin, στη βιογραφία του Baker με τίτλο «La Longue Nuit de Chet Baker».

Η ζωή του είναι η θλιβερή εποποιία αυτού που ο William Burroughs ονόμαζε «ο εκθαμβωτικός πανηγυριτζής με τη σύριγγα». Στην Ιταλία, το 1959, ο Chet έφτανε να «χτυπήσει» 40 φορές μέσα σε 24 ώρες. Ο Γκάβιν περιγράφει τα πάντα, με ακρίβεια που εντυπωσιάζει. Η ανάγνωση της βιογραφίας του, για κάποιον που αγαπάει τον Baker, γρήγορα μετατρέπεται σε μια μυστικιστική εμπειρία. Σιγά σιγά εξαγνίζεται όσο προχωράει προς τον τελικό, ουσιαστικό σκοπό: τη μουσική.

Overdose

Κανείς δεν ξέρει πότε άρχισε τη «χρήση». Άλλοτε έλεγε πως ήταν πριν, άλλοτε μετά τη συνάντηση του με τον Bird. Αλλά αυτός, όσο γρήγορα «ανέβαινε» άλλο τόσο γρήγορα έπεφτε και χανόταν. Και πάλι συλλήψεις και δίκες, πάλι κρατητήρια και φυλακές. Όπου και αν βρισκόταν, στην Ευρώπη ή στην Αμερική, στον Βορρά ή στον Νότο, οι «κίτρινες» ταμπλόιντ φυλλάδες τον είχαν στο στόχαστρό τους, με διάθεση εκδικητική. Γι' αυτές ήταν μόνο «ο Αμερικανός Άδωνις» με τις ερωμένες του. Η λαμπρή, πολλά υποσχόμενη «λευκή ελπίδα» των πρώτων χρόνων είχε πια ξεθυμάνει. Οριστικά.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η δημοτικότητά του ακολούθησε ανοδική πορεία. Ωστόσο, ο τρόπος ζωής του και ο εθισμός του στα ναρκωτικά άρχισαν να επηρεάζουν αρνητικά τη φήμη του. Το 1959, στη διάρκεια μιας περιοδείας στην Ιταλία, καταδικάστηκε σε φυλάκιση για κατοχή και χρήση ναρκωτικών. Έξι χρόνια αργότερα, στο δυτικό Βερολίνο, για τον ίδιο λόγο, η ποινή του ήταν ο εγκλεισμός του για σαράντα ημέρες σε ψυχιατρική κλινική.

Ο Chet Baker πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1960 στην Ευρώπη, παίζοντας σε θέατρα και μικρά κλαμπ, ηχογραφώντας και συχνά μπλέκοντας σε προβλήματα με τις αρχές. Στη διάρκεια των sixties πραγματοποίησε μερικές από τις κορυφαίες του ηχογραφήσεις, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ’70 έμπλεξε σ’ ένα καυγά με ναρκέμπορους στην Ιταλία, με αποτέλεσμα αυτοί να στραπατσάρουν το πρόσωπό του και να χάσει σχεδόν όλα του τα δόντια.

Μετά την επιστροφή στις Ηνωμένες Πολιτείες, η καριέρα του συνεχίζει την πτωτική πορεία, με εξαίρεση την ηχογράφηση κάποιων δίσκων μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Άστατη ήταν και η προσωπική του ζωή. Παντρεύτηκε τρεις φορές, δημιούργησε πολλές εφήμερες σχέσεις και απέκτησε συνολικά τέσσερα παιδιά.

Με τη βοήθεια της μεθαδόνης, ο Chet Baker επέστρεφε σταδιακά στη μουσική, όμως τα προσωπικά του προβλήματα συνεχίζονταν. Τα χρόνια του εθισμού του στα ναρκωτικά είχαν επηρεάσει προς το χειρότερο τη φωνή του, αλλά πολλοί κριτικοί θεωρούσαν ότι το παίξιμό του στην τρομπέτα παρέμενε αξεπέραστο. Τα χρόνια μεταξύ του 1977 και του 1988 ήταν τα πιο παραγωγικά, με πολλές ηχογραφήσεις και σημαντικές συνεργασίες, με πιο ξεχωριστή αυτή με τον ρόκερ Elvis Costello.

Chet & Halema, 1955. Photo: William Claxton

Η βιογραφία

Η λατρεία των media για την αμφιλεγόμενη πρσωπικότητα του Baker κορυφώθηκε μετά τον θάνατό του, με την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ «Let’s Get Lost» του Bruce Weber το 1988 και της ημιτελούς αυτοβιογραφίας του «As Though I Had Wings», το 1997.

Την κινηματογραφική βιογραφία του με τίτλο «Born to be Blue» (2015) υπογράφει ο Καναδός Ρόμπερτ Μπουντρό, διάσημος για τις τηλεοπτικές και βραβευμένες μικρού μήκους ταινίες του. Ανάμεσά τους και το «The Deaths of Chet Baker» που γύρισε το 2009, εξερευνώντας τις θεωρίες γύρω από τον θάνατο του Baker. Το πολύ καλό φιλμ, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Ίθαν Χοκ, εξιστορεί ένα μέρος της πολυτάραχης ζωής του, στη διάρκεια της δεκαετίας του '60.

Ήταν τρεις τα ξημερώματα, 13 Μαΐου του 1988, όταν ο Chet έπεσε από το παράθυρο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ. Η Ολλανδική αστυνομία απέρριψε το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας, ενώ το προξενείο των ΗΠΑ χαρακτήρισε τον θάνατό του ατύχημα, την ίδια στιγμή που κάποιοι φίλοι του μιλούσαν για το ενδεχόμενο της δολοφονίας του από εμπόρους ναρκωτικών. Ηρωίνη κυλούσε στις φλέβες του, ενώ βρέθηκαν σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών στο δωμάτιό του. Η πιο πιθανή εκδοχή για τον θάνατό του, το overdose ναρκωτικών και αλκοόλ.

Η προφητεία

Ήταν λίγος ο κόσμος που βρέθηκε στην κηδεία του, σε ένα κοιμητήριο στα περίχωρα του Λος Άντζελες. Ο θρύλος έφυγε και χάθηκε μαζί κι αυτή η απαλή καπνισμένη του φωνή, αυτό το κλάμα της τρομπέτας του. Ήταν ήχος μόνο και όχι κάτι που μπορείς να το κρατήσεις. Και όσο διαρκούσε ο ήχος αυτός, η ζωή του, ό,τι έλεγε αυτός, ήταν αληθινό.

Η μουσική -και η ζωή του- δεν ταιριάζουν πάντα. Δεν έχει σημασία ποια άποψη έχεις ακούσει ή έχεις πιστέψει. Ο καθένας μας εξάλλου θέλει ένα δικό του κομμάτι από την ύπαρξή του. Το χάσμα, το κενό ανάμεσα στα τραγούδια του, τη μουσική του και τα γεγονότα, ανοίγει μια μαύρη τρύπα στην καρδιά.

Φεύγοντας από την κηδεία του, μια άγνωστη γυναίκα προειδοποιούσε τον μελλοντικό του βιογράφο: «Ο Chet μπορεί να πληγώσει κόσμο ακόμα και μετά τον θάνατό του. Να το θυμάστε!».

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL