Live τώρα    
Έφη Αγραφιώτη / Η μουσική μάς κοιτάζει κατάματα, όλους
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Έφη Αγραφιώτη / Η μουσική μάς κοιτάζει κατάματα, όλους

Με σπουδές πιάνου, ανώτερων θεωρητικών, Πολιτικών Επιστημών στην Αθήνα και Ιστορίας Τέχνης στη Γενεύη στο οπλοστάσιό της, πρόκειται για μια από τις πλέον διακεκριμένες πιανίστριες της Ελλάδας και όλης της Ευρώπης. Παρά τα αμέτρητα ταξίδια της, εδώ απολαμβάνει τη ζωή, την πιο άμεση καθημερινότητά της. Η λέξη «ανάπαυλα» είναι μια έννοια εντελώς υποκειμενική για την Έφη Αγραφιώτη.

«Η μουσική είναι ένας ηθικός κανόνας. Δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στη σκέψη, απογειώνει τη φαντασία, χαρίζει χαρά στη λύπη και ζωή στα πάντα», είπε κάποτε ο Πλάτωνας. «Η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα, με την οποία οι άνθρωποι μοιράζονται την ομορφιά, την καρδιά και το πνεύμα, τον παλμό της ψυχής και την αίσθηση», συμπληρώνει η Έφη.

Τα πρώτα χρόνια

Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον ήρεμο, πολύ δεμένο, χωρίς εσωτερικά προβλήματα αλλά και χωρίς ιδιαίτερη οικονομική άνεση. Όλα στην οικογένεια δρομολογούνταν με βάση τις ανάγκες και τα «θέλω» τους. Ποτέ κανείς σε αυτό το σπίτι δεν πίεσε, δεν συνέθλιψε την ελευθερία ή την αυτοτέλεια του άλλου. Οι γονείς της άκουγαν καλή μουσική και η μικρή Έφη πήγαινε από νωρίς μαζί τους σε συναυλίες. Σήμερα η κυρία Αγραφιώτη έχει να θυμάται τις ατελείωτες συζητήσεις, τις ιστορίες τους.

Όταν δήλωσε πως της αρέσει το πιάνο, η απάντηση του πατέρα της ήταν: «Να ξέρεις ότι η ζωή ενός μουσικού είναι πολύ σκληρή. Η μουσική όμως δίνει δύναμη και στον υπάλληλο και στην κομμώτρια και στον καθηγητή».

Από τότε, ο κόσμος της διευρύνθηκε, αλλά ποτέ δεν ονειρεύτηκε πως θα γίνει μια μεγάλη μουσικός, μια πριμαντόνα, μια διάσημη μαέστρος. Ακόμα και όταν άκουγε τις θερμές κουβέντες των δασκάλων της, για τις ικανότητές της στο πιάνο.

Με έντεκα ακροατές

Η Έφη Αγραφιώτη έχει αναλώσει ένα πολύ σημαντικό τμήμα της καλλιτεχνικής και ερευνητικής της δραστηριότητας στη μελέτη και παρουσίαση του έργου Ελλήνων και ελληνικής καταγωγής, συχνά άγνωστων, συνθετών.

Έχει παίξει Σκαλκώτα με έντεκα ακροατές, το 1978, και με το Ηρώδειο γεμάτο, το 1982. Η ευτυχία ήταν η ίδια. Η δουλειά της ήταν πάντα σκληρή, μοναχική, συχνά αδιέξοδη. Την έμαθε να ζητάει μόνο από τον εαυτό της, να μην περιμένει στοργή και κατανόηση για όσα κάνει.

Στη διάρκεια μιας συναυλίας, «όταν η μουσική μάς κοιτάζει κατάματα», επιθυμεί ν' αφήσει αυτό που έχει αδράξει να πάει «κάτω», να χαϊδέψει τον ακροατή, να του επικοινωνήσει αυτό το γοητευτικό «κάτι». Η αγάπη να κυκλοφορεί στην αίθουσα ελεύθερα, τη στιγμή της μουσικής μέθεξης.

Η δασκάλα της μουσικής

Η κυρία Αγραφιώτη δεν μπορεί ούτε καν να μετρήσει πόσους νέους άξιους ανθρώπους έβγαλε, ως δασκάλα. Οι περισσότεροι λένε ότι είχαν μπροστά τους έναν άνθρωπο επίμονο, πεισματάρη, φιλικό αλλά και αυστηρό, που λειτουργούσε σαν μητέρα και εξομολόγος, που ζούσε τη μαγεία αυτού που κάνει, που δεν έκανε μάθημα με το ζόρι, που δεν δίσταζε να πάει στην άλλη άκρη της γης για να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο ή μαθήματα με κάποιον σπουδαίο μουσικό.

«Τα πνευματικά μου παιδιά τα έχω λατρέψει. Λίγους μαθητές θυμάμαι που η σχέση μας να έχει χαλάσει. Ο λόγος που χώρισαν οι δρόμοι μας ήταν πάντα ο ίδιος: ότι δεν αντέχω τα 'ψώνια' και όταν οι μαθητές δεν αντέχουν τη ρεαλιστική, την απόλυτα άμεση, ειλικρινή συμπεριφορά, επιβάλλεται να απομακρυνθούν.

Με τους άλλους έχουμε χτίσει σχέσεις λατρείας. Δεκαετίες πέρασαν και όμως συνεχίζουμε έτσι, αυτές οι αγάπες μένουν. Είναι πολύ δοτικό το δασκαλίκι. Λατρεύω τη διδασκαλία και δεν νομίζω ότι μπορώ να την στερηθώ», εξομολογείται.

Μέχρι τα 55 η Έφη Αγραφιώτη προσπαθούσε να μάθει, ν' απλώσει φτερά επικεντρώνοντας σε κάτι. «Είναι πολύ σημαντικό για μένα, τώρα που το σκέφτομαι, είναι πλούτος, δεν έχω κενά, δεν έχω άδεια δωμάτια μέσα μου», καταλήγει.

Η προσωπική της εμπειρία από τα σεμινάρια τα σχετικά με την ελληνική μουσική για πιάνο στη δεκαετία 1988-1998 έφερε κάπου 25 νέους πιανίστες σε επαφή με την ελληνική εργογραφία. Δεκάδες συναυλίες, καμιά διακοσαριά έργα διδάχτηκαν τότε. Κρίνοντας από την πορεία, ήταν καθοριστικά στην εκπαίδευσή τους.

«Είχα πάντα ανάγκη να φεύγω από τα γνωστά, να μελετώ τα άγνωστα. Δίδαξα συνθέτες όχι δόκιμους στην ωδειακή τακτική, έχω κατακριθεί γι' αυτό. Δεν θα ξεχάσω τις ατελείωτες συζητήσεις για τον Πουλένκ, για την Κλάρα Σούμαν, για τον Μπουζόνι ή για τον Χιναστέρα, με αφορμή τα έργα του που είχα παίξει».

Για να γίνεις πιο καλός κι από καλός, έλεγε ο Vladimir Horowitz, πρέπει να γνωρίζεις καλύτερα από τις νότες αυτή τη δύναμη που τις ενέπνευσε. Πρέπει να διαβάσεις λογοτεχνία, ιστορία, να γνωρίσεις την έκφραση του γλύπτη, του χορευτή. Χρειάζεται πολύς χρόνος αλλά κι αν σταματήσεις να παίζεις, πάλι ευτυχισμένος θα είσαι, γιατί θα είσαι ισορροπημένος. Αν κλειστείς στον μικρόκοσμό σου, απομονώνεσαι σταδιακά και από το ταλέντο.

«Η μουσική δεν είναι γένους θηλυκού;»

Στην «Πολιτεία» του, ο Πλάτων αναφέρει ότι η θέση της γυναίκας είναι ισάξια με αυτήν του άντρα. «Οι γυναίκες μπορούν να κυβερνήσουν εξίσου καλά, επειδή η σωφροσύνη, η λογική, η ανδρεία, η αρετή δεν είναι θέμα φύλου, αλλά ψυχής, εκπαίδευσης και μόρφωσης». Και ακόμα: «Η πολιτεία που δεν δίνει παιδεία στις γυναίκες μοιάζει με τον άνθρωπο που εξασκεί ή γυμνάζει μόνο το δεξί του χέρι».

Η γυναικεία φύση ίσως να ώθησε την κυρία Αγραφιώτη να γράψει ένα βιβλίο για τις γυναίκες μουσικούς, που μάλλον έχουν αδικηθεί τα παλιότερα χρόνια. Την απασχόλησε τι έκαναν οι γυναίκες μουσικοί, από πού προέρχονταν, τι δρόμους άνοιξαν και τι υπέστησαν για να πετύχουν όσα η φύση τους επιθυμούσε και η κοινωνία χλεύαζε. Το πόσο στήριξαν άνδρες μουσικούς, πόσο γαλαντόμες και «δοτικές» υπήρξαν απέναντι στη μουσική ζωή και στη διδασκαλία.

Οκτακόσια περίπου γυναικεία ονόματα, μέχρι το 1960, φιλοξενήθηκαν στις σελίδες του βιβλίου «Η μουσική δεν είναι γένους θηλυκού;» που εκδόθηκε το 2004. Περιλαμβάνει βιογραφικά και μουσικά στοιχεία για εκατοντάδες σημαντικές Ελληνίδες που ζουν ή έζησαν στη χώρα μας αλλά και στην παγκόσμια ελληνική διασπορά.

«Η γυναικεία προσπάθεια στους τομείς της μουσικής τέχνης, η προβολή και η διαχρονική της συνέχεια στη συντηρητική ελληνική πραγματικότητα, αξίζει της προσοχής των νεότερων ερευνητών», επισημαίνει απευθυνόμενη σε αυτούς που την κατηγορούν ότι εστιάζει στη «συντηρητική ελληνική πραγματικότητα». «Ακόμα και σήμερα, η προκατάληψη που θέλει τις γυναίκες ήσσονος ικανότητας σε ό,τι αφορά τη σύνθεση της μουσικής καλά κρατεί. Δεν είναι ώρα να την περιορίσουμε;» ρωτάει με νόημα.

Ταξίδι γνωστικό και βιωματικό

«Αν υπήρχαν κάποιοι δάσκαλοι στο δημοτικό και στο γυμνάσιο που θα δίδασκαν μουσική γεωγραφία τους μαθητές τους, θα είχαμε ανθρώπους με γνώσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας, ταξιδιώτες με ενδιαφέροντα και επιλογές ουσίας στα ταξίδια τους, θα είχαμε ένα παλλόμενο ακροατήριο, θα είχαμε πολλούς νέους γνώστες του πολιτισμού ανάμεσα στους νέους ανθρώπους, θα είχαμε πολλούς ευτυχισμένους νέους με ενδιαφέροντα τέτοια που να κρατούν τον ψυχισμό τους ψηλά» μας λέει και συνεχίζει:

«Το ταξίδι, γνωστικό ή βιωματικό, είναι μια μορφή ίασης. Αρκεί να σε οδηγήσει κάποιος στην αρχή. Η εμπειρία αυτή μπορεί να σε αλλάξει κυριολεκτικά. Στη δική μου περίπτωση, ταξιδεύω πάντα για συναυλίες συσχετίζοντας τις δυο πλευρές του ταξιδιού».

Όταν οι αίθουσες γεμίζουν, στην κάθε της συναυλία, αυτό είναι το μεγαλύτερο χειροκρότημα. Το ταξίδι, η χαρά της μουσικής απόλαυσης, το μοίρασμα της αισθητικής και των μεγάλων μουσικών ιδεών με άλλους ανθρώπους είναι στους άμεσους στόχους της Έφης Αγραφιώτη για τη νέα δεκαετία.

«Ήχοι από το συρτάρι»

«Αυτή η δισκογραφική πρόταση προς το κοινό ήταν μια μορφή αντίστασης απέναντι στις συνθήκες που καλούμαστε να αντέξουμε. Εγώ όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοι έχουμε δέσει τη ζωή μας με την επικοινωνία με το κοινό. Μήνες τώρα, αυτό είναι αδύνατον και δύσκολα θα αντιστραφεί το κλίμα και οι επιπτώσεις του. Δισκογραφώντας ένιωσα ότι το αποτέλεσμα έκανε πολύ καλό σε εμένα.

Είκοσι έξι συνθέσεις, ως επί το πλείστον άγνωστες, βγήκαν από το συρτάρι όπου υπομονετικά περίμεναν τη σειρά τους. Στο cd διατρέχουμε τη μουσική ιστορία από το 1760 μέχρι το 2020 σε 65 λεπτά μουσικής, από 23 συνθέτες -οι εννέα γυναίκες-, όπου το μοντέρνο, το ρομαντικό, το κλασικό βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία, ενώ η σειρά των έργων ακολουθεί τη χρονολογία της σύνθεσής τους.

Το εξώφυλλο είναι έργο του ζωγράφου και φίλου Γιάννη Ψυχοπαίδη. Ηχολήπτης ο Νικόλας Δημοσθένους. Το πιάνο Fazioli στο studio της 'Irida Classical' φρόντισε ο επί δεκαετίες συνεργάτης, τεχνικός και χορδιστής Βασίλης Παπανικολάου. Κοντά μου ήταν και η φωτογράφος Κατερίνα Μαριανού».

Αυτοί είναι οι πρώτοι «Ήχοι από το συρτάρι» της Έφης Αγραφιώτη. Έπεται η συνέχεια.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0