Πολύ καλός στη δουλειά του ο Ηπειρώτης μηχανικός στα έργα της ΔΕΗ πατέρας (που του εμφύσησε την ευρηματική σκέψη του μηχανικού, την οποία ο Γιώργος μετέτρεψε σε ένα χρήσιμο εργαλείο στη μουσική του πορεία), άκουγε τον αυτοσχεδιασμό των μεγάλων δημοτικών κλαρίνων της ιδιαίτερης πατρίδας του και νοσταλγούσε. Νοικοκυρά η μητέρα, ένας πολύ ζωντανός και πληθωρικός χαρακτήρας, τού έμαθε να μάχεται, να μην αφήνει τίποτα στη μέση.
Το απωθημένο
Στα χρόνια του ’80, όταν ξεπηδούσαν τα ταλέντα του Καβάκου και του Σγούρου, στα κυριακάτικα μουσικά πρωινά της δημόσιας τηλεόρασης και στο ραδιόφωνο άκουγε καλή κλασική μουσική, ενώ ο ήχος, τα πλήκτρα, το γυαλιστερό ογκώδες σώμα του πιάνου μιας φίλης της αδελφής του έγινε το απωθημένο του. Όμως, το δικό του πιάνο άργησε να φτάσει.
Η μετακόμιση της οικογένειας στο Καρλόβασι της Σάμου και η παράλληλη βελτίωση των οικονομικών της επέτρεψαν στον teenager Γιώργο να αρχίσει ιδιαίτερα μαθήματα και να παίζει ρυθμικά τραγούδια, καθώς η τεχνική του βελτιωνόταν με ταχύ ρυθμό.
Έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη, ενώ είχε ήδη αρχίσει να σκαρώνει τις πρώτες μικρές συνθέσεις στο πεντάγραμμο. Ήθελε από την αρχή να αποκτήσει τον δικό του χώρο, ήχο και στυλ, γράφοντας τη δική του μουσική.
Μόνος στην Πάτρα, φοιτητής σε ένα ΤΕΙ μουσικής τεχνολογίας και ηχοληψίας, ετών δεκαοκτώ, ο Γιώργος Τσώλης είχε επιτέλους την ευκαιρία να μελετήσει σε ένα κανονικό πιάνο, αυτό του Δημοτικού Ωδείου. Εκεί γνώρισε τον Γιώργο Μεταξά. Και τον αυτοσχεδιασμό.
Δάσκαλος παλιά στα κονσερβατουάρ της Σοβιετική Ένωσης, ο Μεταξάς έφτασε στην Ελλάδα μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ήταν αυτός που του εμφύσησε την αίσθηση του αυτοσχεδιασμού. Την ελευθερία της έκφρασης, πέρα από στυλ και μουσικές σχολές. Σε μια από τις πρώτες του συναυλίες στο Ωδείο, τον έριξε στα βαθιά: «Παίξε άφοβα, παίξε ελεύθερα!».

Στις Κάτω Χώρες
Λίγα χρόνια μετά, με την προτροπή του παλιού μέλους του ιστορικού fusion συγκροτήματος των Iskra, του ντράμερ Λεωνίδα Πλιάτσικα, ο Γιώργος βρέθηκε με καλή παρέα φίλων μουσικών (τους Σωτήρη Ντούβα και Βασίλη Στεφανόπουλο) στο Codarts του Ρότερνταμ, αρχικά, ή στο κονσερβατουάρ της Χάγης, αμέσως μετά, από το οποίο αποφοίτησε.
Εκεί ο Γιώργος έμαθε να σέβεται τη μακρά «παράδοση» της τζαζ, που την διδάχτηκε με έναν τρόπο ιδιαίτερα απαιτητικό. Εκτός από τα σεμινάρια με τον σπουδαίο πιανίστα του Bebop Barry Harris και τον επίσης Αμερικανό σαξοφωνίστα David Liebman, πολλοί εκλεκτοί δάσκαλοι της μουσικής, σαν τον ντράμερ Eric Ineke ή τον μπασίστα Hein Van der Geyn, του δίδαξαν τη «φιλοσοφία» της τέχνης του αυτοσχεδιασμού.
Η ζωή στις μικρές και χαριτωμένες ολλανδικές πόλεις ήταν ήρεμη, απλοϊκή, οι άνθρωποι φιλικοί. Το κράτος υποστήριζε με funds τη δουλειά του, για να κάνει τα πρώτα βήματά του, να ηχογραφήσει και να κυκλοφορήσει τον πιο πρόσφατό του δίσκο.
Οι φορείς του ολλανδικού πολιτισμού υποστηρίζουν ενεργά τις τέχνες και τους νέους καλλιτέχνες, ανεξάρτητα από την προέλευση και την εθνικότητά τους.
Σκεπτικισμός και στερεότυπα
Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 δίχασε τους λαούς της Ευρώπης και κάποιες στερεοτυπικές αντιλήψεις έκαναν, δειλά-δειλά στην αρχή, την εμφάνισή τους.
Σαν συνέπεια, ο νέος Έλληνας μουσικός από τα Ιόνια νησιά βίωσε έναν έντονο σκεπτικισμό, χωρίς ποτέ να αισθανθεί κάποια προσβολή. Μόνο κάποιες προβολές στερεότυπων επάνω του με τη μορφή αστείου, όχι βέβαια από φίλους και ανθρώπους της τέχνης, έκαναν τον Γιώργο Τσώλη να νιώσει θλίψη, αμηχανία, παρά το ότι η Ολλανδία ήταν και παραμένει, τα τελευταία 17 χρόνια, το δεύτερό του σπίτι.
Γρήγορα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Η αλήθεια επικράτησε και οι ορθολογιστές Ολλανδοί συνειδητοποίησαν ότι μια μέρα θα μπορούσαν κι αυτοί να πέσουν θύματα μιας αντίστοιχης ανεπιθύμητης κρίσης.
Στη ζωή μας, όλα είναι ένας κύκλος. Κάποια στιγμή ένιωσε πως ο δικός του εκεί κράτησε λίγο παραπάνω και, τελικά, έκλεισε. Είχε φτάσει η ώρα για την επιστροφή στα πατρώα εδάφη. Το αποφάσισε σε μια μέρα, αλλά από καιρό το σώμα του τον οδηγούσε να επιστρέψει.
Η ελληνική του εμπειρία ήταν ώς τότε μικρή, έχοντας ζήσει στην Ολλανδία το πιο μεγάλο μέρος της ενήλικής ζωής του. Παρά τα καλοκαιρινά κάμπινγκ στη διάρκεια των διακοπών και τις περιστασιακές συμμετοχές στα ελληνικά φεστιβάλ, ο Γιώργος Τσώλης μάθαινε την Ελλάδα μέσα από τα τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ.
Στην ερώτησή μου «τι περιμένει από την Ελλάδα», η απάντησή του με εντυπωσίασε: «Εγώ τι μπορώ να κάνω για την Ελλάδα; Η Ελλάδα μού έχει χαρίσει το ταξίδι, ήδη».
Η επιστροφή τον απασχολούσε από καιρό. Θα υπήρχαν απογοητεύσεις, το ήξερε καλά. Ήξερε πως θα ήταν δύσκολη οικονομικά. Ήθελε όμως να τη ζήσει και να προσφέρει αυτό που μπορεί. Να βάλει το δικό του «πετραδάκι». Να χτίσει ξανά το MJS (My Jazz Studio), έναν χώρο συνάντησης μουσικών, μελέτης και γνωριμιών με νέους συναδέλφους, έναν χώρο δημιουργίας. Η έννοια της «κοινότητας» πάντα τον προσέλκυε. Να αρκεί ένα τηλεφώνημα: «Παιδιά, πάμε να παίξουμε».

Στην Αθήνα της πανδημίας
Κάποια στιγμή το σώμα του τον προειδοποίησε, τον ώθησε να ψάξει βαθύτερα για όσα μέσα του χτυπούσαν το «καμπανάκι». Για όσα έπρεπε επειγόντως να αλλάξει. Και το άκουσε.
Ανακαλύπτοντας τα αίτια, η μουσική υπήρξε το φάρμακό του. Η πρόσφατη απόφαση να επιστρέψει, μετά από 17 ολόκληρα χρόνια, τον βοήθησε να δει την Ελλάδα όχι μόνο σαν έναν τυπικό καλοκαιρινό προορισμό διακοπών.
Τα νεοκλασικά της νέας γειτονιάς του, οι λόφοι γύρω από την Ακρόπολη, οι διαδρομές χιλιομέτρων που τρέχει τα πρωινά, του προκαλούν σκέψεις, νέες ιδέες για μουσικές που «δένουν» συνειρμικά με γεγονότα της ζωής του. Ιδέες για συνθέσεις που απαιτούν επεξεργασία καθώς, με το πέρασμα του χρόνου, η μουσική του αποκτά κατεύθυνση και σχήμα, αντανακλώντας τον μεταβαλλόμενο ψυχισμό του.
Το ποικίλο μουσικό υπόβαθρο, οι επιρροές καλλιτεχνών όπως ο Chick Corea και ο Herbie Hancock, συναντώνται στη μουσική του. «Βελτιώνω τον εαυτό μου ως άτομο, μαζί με τη μουσική μου. Τολμώ να αποκλίνω».
Ως ερμηνευτής, ο Γιώργος Τσώλης βγαίνει από τη ζώνη άνεσης και η συλλογικότητα στους αυτοσχεδιασμούς είναι αυτό που ζητάει από τους συμπαίκτες του. Ως συνθέτης πάλι, του αρέσει να πειραματίζεται στοχεύοντας σε αφηγηματικές μελωδίες που μπορούν να «ντύσουν» μια ιδέα του.
Ο Γιώργος Τσώλης έχει κάνει πολλά με την τζαζ, αλλά αυτά που κάνει τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του είναι... ανατρεπτικά! Ως συνθέτης στον χώρο της σύγχρονης κλασικής μουσικής, γράφει έργα στις φόρμες μιας φούγκας, μιας σονάτας, ενός κοντσέρτου.
Μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ο τεχνίτης-σολίστας της κρουστής μαρίμπα Theodor Milkov, επίτιμος καλλιτέχνης της Yamaha με διεθνή ακτινοβολία και παλιός αγαπημένος σολίστας των συνόλων του αξέχαστου Θόδωρου Αντωνίου, ερμηνεύει έργα που τού παρήγγειλε σαν την 1η σονάτα για marimba, η οποία, μαζί με άλλες τέσσερις σονάτες του, θα συναποτελέσουν την τετραλογία «Portraits in Modern».
Έργα που αναδεικνύουν το ταλέντο του Τσώλη ως συνθέτη και ήδη κυκλοφορούν, με αρχή την πρώτη, από τον εκδοτικό οίκο Edition Svitzer της Κοπεγχάγης.

Συνεργασίες, συναυλίες και δίσκοι
Ο Γιώργος Τσώλης έχει παίξει πολύ, σχεδόν παντού στα μέρη όπου έζησε. Στα μεγάλα φεστιβάλ σαν το Northsea Jazz Fest ή στα πιο πολλά κλαμπ της «χώρας της τουλίπας». Το Bimhaus ακόμα τον περιμένει. Στην Ιταλία, όπου διδάσκει περιστασιακά σε workshops και ιδιωτικά μαθήματα, ετοιμάζει projects με ιταλούς μουσικούς, μέλη τής εκεί τζαζ σκηνής.
Οι Ronnie Cuber, Heijn van Der Geyn, John Ruocco, Owen Hart Jr. και Jorge Vistel, είναι μόνο κάποιοι εκλεκτοί τζαζ μουσικοί από τη διεθνή σκηνή με τους οποίους έχει παίξει.
Ο Γιώργος Τσώλης έχει ηχογραφήσει και κυκλοφορήσει με ίδια μέσα στην Ολλανδία τα δύο πρώτα προσωπικά του άλμπουμ. Το «On the Way» (2011) έχει άμεση σχέση με το «ταξίδι» και τους ανθρώπους που γνωρίζεις στη διάρκειά του, σε άλλα μέρη, σε ονειρεμένους νέους προορισμούς.
Το πιο πρόσφατο, «Walking the Line» (2019), μιλάει για τη γραμμή της ζωής, που πάνω της πρέπει να περπατήσουμε. Σ’ αυτό το άλμπουμ συνεργάστηκαν ο Αμερικανός ντράμερ Owen Hart Jr και ο μπασίστας Yussif Barakat από το Εκουαδόρ.
«Back Home»
Τις μέρες που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ο Γιώργος Τσώλης είχε μόλις ηχογραφήσει στο στούντιο Sierra της Μεσογείων, με τον μαιτρ της κονσόλας των ήχων Γιώργο Καρυώτη εν δράσει, το άλμπουμ της επιστροφής. «Back Home» ο (αναπόφευκτος) τίτλος του, με περιεχόμενο το ομότιτλο κομμάτι και τις άλλες συνθέσεις που έκρυβε για χρόνια στα συρτάρια του.
Το «Back Home», μια ανεξάρτητη παραγωγή του MJS, του προσωπικού του δισκογραφικού label, θα διανεμηθεί όπως και τα άλλα δύο άλμπουμ στην Άπω Ανατολή (Ιαπωνία) από την Disc Union.
www.georgiostsolis.com