Της Μαρίας Σούμπερτ*
Δεν ζω στην πόλη, αλλά αυτήν έχω μέσα μου.
Την πόλη με τους στενούς δρόμους και τα ανήλιαγα ισόγεια. Με τα ψωριάρικα δεντράκια που αναζητούν λίγο φως και νερό, πνιγμένα στο τσιμέντο και τις πλάκες των στενών πεζοδρομίων. Ανάμεσα στα σκατά των σκύλων και τα κάτουρα των μεθυσμένων.
Με τους άδειους δρόμους και τις έρημες πλατείες.
Με εκείνη την παλιά πολυκατοικία του ’70, με τους τέσσερις ορόφους και τα δεκατρία διαμερίσματα. Με τους γκρίζους τοίχους και το σοβά να πέφτει κάτω από τα μπαλκόνια.
Μέσα θα μυρίζει λάχανο βραστό, μακαρόνια με σάλτσα, φασολάκια και ψάρια. Ίσως στο υπόγειο οι μυρωδιές να είναι πιο εξωτικές, αλλά όχι ανοίκειες - όχι πια.
Το κλιμακοστάσιο σκοτεινό και υγρό, το καλοριφέρ έχει χρόνια να ανάψει.
Φαντάζομαι πως περπατάω στα σκαλιά και στέκομαι σε κάθε όροφο.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα και προσπαθώ να καταλάβω ποιοι ζουν εκεί από τις μυρωδιές.
Ξεκινάω από το υπόγειο - ή ημιυπόγειο καλύτερα, αφού βλέπει στον ακάλυπτο στην πίσω πλευρά της πολυκατοικίας και έχει και τα μικρά παράθυρα στην πρόσοψη.
Η οικογένεια που ήρθε πριν από πέντε χρόνια, πατέρας, μητέρα και τρία παιδιά που ονειρεύονται όταν μεγαλώσουν να γίνουν Αντετοκούνμπο. Κάθονται και οι πέντε στο μπαουλοντίβανο που χρησιμεύει και για κρεβάτι και βλέπουν τηλεόραση.
Το διπλανό διαμέρισμα είναι ξενοίκιαστο. Μυρίζει εγκατάλειψη και σκοτάδι.
Στον πρώτο στο δυαράκι στα δεξιά μένει το ζευγαράκι φοιτητών. Ο ένας σπουδάζει στους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς, ο άλλος στη Νομική. Κάθονται στον καναπέ με κινητό και τάμπλετ, και τα πόδια τους μπλεγμένα. Το σπίτι τους μυρίζει μακαρονάδα με σάλτσα ντομάτα.
Δίπλα τους μια γυναίκα ηλικιωμένη. Πρέπει να είναι πάνω από ογδόντα πέντε κι ας μην της φαίνεται. Το σπίτι της μυρίζει ψάρι, κι ας της λέει η κόρη της από τη Γαλλία να μην ψωνίζει τίποτα φρέσκο, μόνο συσκευασμένα.
«Αν είναι να ψοφήσω από ψάρι, ας είναι» μουρμουρίζει εκείνη και τρώει μόνη μπροστά στην τηλεόραση. Την ίδια ενημερωτική εκπομπή βλέπει κι εκείνη με χαμηλωμένη φωνή κι ας προτιμούσε να δει ένα σίριαλ. Έστω και τούρκικο. Το σπίτι της είναι κατά τα άλλα τόσο σιωπηλό που σχεδόν ακούγεται ο ήχος της χώνεψης από το στομάχι της.
Το διπλανό της διαμέρισμα είναι άδειο. Η νεαρή γραμματέας έφυγε μόλις έμαθε τα νέα της πανδημίας και γύρισε στο χωριό της, στη μητέρα της. Πού να ’ξερε πως μαζί της έφερνε και τον ιό. Το σπίτι της μυρίζει κλεισούρα και χαλασμένο τυρί. Πάλι ξέχασε να πετάξει τα σκουπίδια πριν φύγει.
Ανεβαίνω τα σκαλιά.
Στον πρώτο έχει δύο διαμερίσματα. Τριάρια.
Στα δεξιά μένει η οικογένεια Τσιρίδη. Όνομα και πράγμα. Μητέρα, πατέρας και τρία παιδιά που μεγαλώνουν στο τριάρι των 70 τετραγωνικών. Το σπίτι είναι στοιβαγμένο πράγματα, παιχνίδια, ρούχα, έπιπλα. Ο πατέρας καπνίζει στο μπαλκόνι του σαλονιού, η μητέρα καπνίζει στο μπαλκόνι της κουζίνας. Τα τρία αγόρια -ηλικίας δεκατεσσάρων, δεκαπέντε και δεκαεπτά χρονών- καπνίζουν στο δωμάτιό τους με κλειστή την πόρτα. Άρα το σπίτι μυρίζει χασίσι.
Στο διπλανό τριάρι ένα ζευγάρι νεοχίπστερ, βουδιστές. Το σπίτι μυρίζει ντετόλ, απολυμαντικό και αρωματικά στικς. Από τα ηχεία του υπολογιστή ακούγεται χαμηλή μουσική, στο σαλόνι ανεμίζουν οι αεράτες κουρτίνες. Το ζευγάρι δεν φαίνεται πουθενά. Είτε αναπαράγονται στο υπνοδωμάτιο, είτε το έσκασαν για το Θιβέτ και άφησαν τη μουσική και τα στικς για αντιπερασπασμό.
Ανεβαίνω στον δεύτερο όροφο.
Και τα δύο διαμερίσματα φαίνονται άδεια. Καμία μυρωδιά. Κι όμως βλέπω μέσα. Δύο οικογένειες, στη μια οι δύο γονείς με δύο παιδιά, μικρά, θα ’ναι δε θα ’ναι έξι χρόνων. Βλέπουν ειδήσεις με τα φώτα κλειστά, πανικόβλητοι. Τα παιδιά μόνα τους στο δωμάτιό τους παίζουν κηδεία. Το ένα πέφτει κάτω και το άλλο παίρνει μαξιλάρια και σεντόνια να το θάψει. Μετά κλαίει στα ψεύτικα λίγο από πάνω του και αλλάζουν ρόλους.
Η άλλη οικογένεια δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι είναι. Βλέπω αρκετά πρόσωπα. Βλέπω και παιδιά. Απλά δεν καταλαβαίνω. Σαν να ξέμειναν κι άλλοι άνθρωποι στο σπίτι τους πριν την απαγόρευση κυκλοφορίας και δεν πρόλαβαν ποτέ να πάνε σπίτια τους. Βλέπω δύο μαμάδες. Πέντε παιδιά. Και άλλες δύο γυναίκες και τρεις άντρες. Δεν βγάζω άκρη. Προσπαθώ να μυρίσω. Φόβο μυρίζω μόνο στους μεγάλους και σκανταλιές στα παιδιά. Φεύγω γρήγορα.
Ανεβαίνω στον τρίτο.
Η αγία ελληνική οικογένεια. Ο πατέρας διαβάζει εφημερίδα, η μητέρα μαγειρεύει. Ο γιος παίζει με τα στρατιωτάκια του και η κόρη με τις κούκλες της. Η μητέρα έχει φτιάξει φασολάκια. Βγάζει τη μερίδα του πατέρα. Κρυφά φτύνει μέσα στο πιάτο του.
Στο διπλανό διαμέρισμα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Εκείνη του φωνάζει πως απαγορεύεται να βγει. Αυτός φωνάζει πως αν δεν βγει, θα πάρει φόρα να πέσει από το μπαλκόνι. Καλύτερα να πέσεις από το μπαλκόνι, του απαντάει εκείνη, παρά να ζήσω με τη ρετσινιά πως διέσπειρες τον ιό! Από την κουζίνα βγαίνει μυρωδιά βρασμένου λάχανου.
Κουνάω ανεπαίσθητα το κεφάλι μου και ανεβαίνω τις σκάλες.
Τέταρτος όροφος και τελευταίος.
Η μια οικογένεια λείπει. Δεν πρόλαβε να γυρίσει από τις διακοπές στην Ιταλία. Το σπίτι δεν μυρίζει τίποτα. Είναι σκοτεινό και κρύο.
Στο άλλο διαμέρισμα έχει ησυχία. Τα φώτα είναι κλειστά στο σαλόνι, κάθονται όλοι μαζί στο παιδικό δωμάτιο. Ο πατέρας με τον μικρό έχουν φτιάξει μια ινδιάνικη σκηνή από σκουπόξυλα και κουβέρτες. Η μητέρα κάθεται στον υπολογιστή και δουλεύει. Το σπίτι μυρίζει υπομονή.
Οι υπόλοιπες σκάλες πού πάνε;
Ανεβαίνω στο δώμα. Στο μικρό δωματιάκι που έγινε γκαρσονιέρα για τον νεαρό με το μηχανάκι. Το σπίτι μυρίζει σουβλάκι. Αφού σε σουβλατζίδικο δουλεύει. Εκείνος πετάγεται από τον καναπέ - κρεβάτι και βγαίνει στο κεφαλόσκαλο.
«Μου λείπετε, ρε άχρηστοι!» φωνάζει όσο μπορεί πιο δυνατά.
Από το υπόγειο μέχρι τον τέταρτο όροφο κάποια χαμόγελα σκάνε στα πρόσωπα των ενοίκων της πολυκατοικίας.
* Η Μαρία Σούμπερτ είναι συγγραφέας