«Τις κούκλες δεν τις βάζεις σε καραντίνα. Θα γεμίζουν πάντα τους δρόμους γέλια και όνειρα» διαλαλούν αυτές τις μέρες οι κουκλοπαίκτες στέλνοντας το δικό τους μήνυμα ελπίδας και προσθέτοντας: «Μένουμε ενεργοί. Επι-μένουμε αισιόδοξοι».
Γιορτάζοντας εν μέσω πανδημίας την Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου, οι κουκλοπαίκτες απανταχού της Γης επέλεξαν το σύνθημα «Μαζί για την ειρήνη. Μαζί ενάντια στον κορωνοϊό. Φέτος δεν μπορούμε να βγούμε να το γιορτάσουμε στους δρόμους, αλλά μπορούμε ακόμα να το κάνουμε μαζί επιλέγοντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» και με ό,τι εμπνεύστηκε ο καθένας, μια λέξη, μια ζωγραφιά, αλλά κυρίως την αγαπημένη του κούκλα του, ευχήθηκαν να περάσει γρήγορα το κακό και όλοι μαζί να ανταμώσουν σε δρόμους, πλατείες και θέατρα.
Η Λεμονιά, η Εύα και το γράμμα
Η Εύα Νικηφόρου είναι ηθοποιός και κουκλοπαίκτρια, αλλά πάνω απ’ όλα είναι η δημιουργός της Λεμονιάς, μιας κούκλας με ψυχή και λαλιά σοφής καλόκαρδης γιαγιάς, που, πασπαλισμένη αλεύρια, ζυμώνει και πλάθει ιστορίες.
Η Λεμονιά και οι ιστορίες της γεννήθηκαν, όπως λέει η Εύα, από την επιθυμία και την ανάγκη της να μιλήσει για τη μοναξιά, αλλά και από την ανάγκη και την επιθυμία της Λεμονιάς να παίξει και να μοιραστεί όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα και γύρω της. «Μοιράζομαι και ακολουθώ την αγωνία, τις ανησυχίες, τη χαρά και τον ενθουσιασμό της» αποκαλύπτει και μιλάει με πάθος για τη σχέση αγάπης που έχει αναπτυχθεί με την κούκλα της. «Είναι μια σχέση που γεννά μεγάλη χαρά, μόχθο, ευθύνη και βαθιά ευγνωμοσύνη».
Η Εύα εξηγεί ότι ως ηθοποιός ήθελε να μάθει περισσότερα για τον μαγικό κόσμο της κούκλας, που πάντα τη γοήτευε και τη συγκινούσε. «Αποφάσισα λοιπόν να παρακολουθήσω ένα εργαστήριο για τις βασικές αρχές κατασκευής και χειρισμού μαριονέτας όπου δίδασκε ο Στάθης Μαρκόπουλος. Αυτή η συνάντηση ήταν καθοριστική για όλη τη μετέπειτα επαγγελματική μου πορεία. Σε διάστημα λιγότερο από έναν χρόνο, με την ομάδα μου 'Τέχνης Νεύμα' είχαμε φτιάξει τις πρώτες κούκλες και την πρώτη ιστορία μας που βασίστηκε στη ζωή και τις περιπέτειες του Πινόκιο. Μ’ αυτή την παράσταση ταξιδεύαμε δύο χρόνια σε όλη την Ελλάδα. Κάτι σαν μπουλούκι - και μπουλούκι χωρίς περιοδεία δεν γίνεται. Ήταν εμπειρία ζωής».
Αρκετά αργότερα γεννήθηκαν η Λεμονιά και οι ιστορίες της. «Οι ιστορίες που βλέπουν χρόνια τώρα μικροί και μεγάλοι είναι και των δυο μας. Το πιο σημαντικό είναι ότι προσπαθούμε να τα πούμε παρέα κι αυτό είναι που κάνει για μένα τη διαφορά» πρσθέτει.
Η ίδια δεν ξεχνά ποτέ τα λόγια του δασκάλου της πως "Οι κούκλες εκ φύσεως και οι κουκλοπαίκτες εκ συνειδήσεως, διαισθήσεως ή έρωτος προτείνουν τον πολιτισμό του πάθους της ψυχής, της έρευνας και του πειραματισμού, της αναζήτησης νέων μέσων και του ξεπεράσματος κάθε ορίου, της αισιοδοξίας ότι όλα είναι εφικτά και ανοιχτά σε εξέλιξη. Την έγνοια για το μικρό, τη μεταμόρφωση του τίποτα σε μαγικό παν».
Εδώ και λίγο καιρό οι δυο τους έχουν προσωρινά χωριστεί, καθώς η Εύα ταξίδεψε ακολουθώντας τον εικαστικό σύντροφό της αφήνοντας μόνη στο νησί τη Λεμονιά. Κι εκείνη είδε κι απόειδε κι έγραψε ένα γράμμα στην Εύα με τίτλο «Η πόλη των χαδιών», όπου μιλά για τον προσωρινό χωρισμό τους:
«Όλο αυτό το διάστημα δεν έχουμε συναντηθεί.
Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε, με όλες αυτές τις δυσκολίες, με όλα αυτά τα πρωτόγνωρα συναισθήματα και τις καινούργιες συνθήκες;
Εσύ αναγκάστηκες να φύγεις κι εγώ έμεινα εδώ.
Στο άδειο σπίτι, μαζί με τη σιωπή όλων των αντικειμένων. Χαρτονένια κουτιά, βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, μικρά αγαπημένα αντικείμενα.
Τεκμήρια μιας άλλης εποχής σ’ αυτήν την έρημη τώρα πια χώρα.
Έχει πιαστεί όλο μου το σώμα... και δεν είναι για την ηλικία μου αυτοί οι πειραματισμοί.
Πονάει η μεσούλα μου, τα κόκαλά μου.
Σχεδόν δεν αναπνέω.
Τη μέρα είναι πιο εύκολο, αλλά τις νύχτες... Τις νύχτες δυσκολεύομαι πραγματικά.
Δεν ονειρεύομαι, δεν ταξιδεύω.
Σχεδόν μαρμάρωσε η ψυχή μου.
Ακούω όμως.
Ακούω βοές, γέλια και βογγητά, φωνές, φίλους να με καλούν και δεν μπορώ να πάω.
Κι αναρωτιέμαι...
Μα τι συμβαίνει;
Προσπαθώ να κλείσω τ’ αυτιά μου, να μην ραγίσω άλλο, να κάνω υπομονή.
Πού είσαι;
Μήπως με ξέχασες;
Γιατί δεν είσαι εδώ να με φωνάξεις; Να με μαλώσεις και να μ’ αγκαλιάσεις, να με ξεσκονίσεις, να μου τραγουδήσεις, να μου πεις τα μυστικά σου και ν’ ακούσεις τα δικά μου;
Πού είναι τα δάχτυλα, τα χέρια και η φωνή σου;
Και τι δεν θα 'δινα για να ‘χα λίγο αλεύρι και νερό..
Να βουτήξουμε τα χέρια μας ξανά σε καινούργιο ζυμαράκι, να παίξουμε, να ταξιδέψουμε, τα μάτια μας ελεύθερα ν’ αφήσω να χαθούν.
Την πόλη των χαδιών πάλι να φτιάξουμε μαζί και να συναντηθούμε.
Μέσα στα χέρια μας, εκεί, πάντα θα υπάρχει ένα χάδι».