Με τη θέση της γυναίκας στην επαρχιακή προεπαναστατική Ρωσία να είναι στο επίκεντρό της, “Η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ” του Σοστακόβιτς κάνει πρεμιέρα στην Εθνική Λυρική Σκηνή στις 12 Μαΐου, με τη Φανί Αρντάν να υπογράφει την πρώτη σκηνοθεσία της στην όπερα και τον Βασίλη Χριστόπουλο να διευθύνει την ορχήστρα. Ένα έργο που σατιρίζει με μεγάλη οξυδέρκεια θεσμούς της ίδιας εποχής, όπως η εκκλησία και η τσαρική αστυνομία, και το οποίο κρύβει μια από τις πιο δραματικές σελίδες λογοκρισίας αλλά και παγκόσμιας αναγνώρισης στην ιστορία του λυρικού θεάτρου και της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
«Η Λαίδη Μάκβεθ είναι το άγριο είδωλό μας, ατίθασο και ελεύθερο. Πώς ζει το κομμάτι του εαυτού μας που αντιστέκεται στους νόμους, μέσα σε μια κοινωνία συμβατική και ομοιόμορφη;" σημειώνει η Αρντάν, προσθέτοντας: “Το να αγαπάς τους εγκληματίες είναι ένα ρίσκο. Κι εγώ το παίρνω. Αγαπώ την Κατερίνα Ισμαήλοβα. Δεν είναι μόνο ένας χαρακτήρας του Λεσκόφ, σε μια όπερα του Σοστακόβιτς, αλλά είναι επίσης και ένα πρόσωπο πάντοτε παρόν, ακόμα και στη δική μας εποχή, και, όντας προσεκτικοί, μπορούμε να το συναντήσουμε.
Αγαπώ αυτούς που δεν φοβούνται την ετυμηγορία, τις κυρώσεις της κοινωνίας, τα κόμματα, τις ομάδες, τη συλλογική σκέψη. Θα υπάρχουν πάντοτε αυτοί που υπακούουν και εκείνοι που διατάζουν, αυτός που ακολουθεί και εκείνος που οδηγεί, αυτός που μπαίνει στη σειρά και εκείνος που την αφήνει γιατί το κάλεσμα της ζωής είναι ισχυρότερο από οτιδήποτε άλλο. Κι έτσι, κρατώ τη Λαίδη Μάκβεθ στην περιοχή του Μτσενσκ, στην επαρχία της, στην αυτοκρατορία των τσάρων, στο περιβάλλον της" σχολιάζει η δημοφιλής καλλιτέχνις.
Η Λαίδη και ο Στάλιν
Ήταν 26 Ιανουαρίου 1936 όταν το έργο που ανέβαινε στο Μπολσόι της Μόσχας παρακολούθησε ο Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος όμως αποχώρησε πριν το τέλος του. Δύο μέρες αργότερα, η εφημερίδα "Πράβντα", επίσημο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, δημοσίευε ανυπόγραφο άρθρο που καταδίκαζε τη μουσική με χαρακτηρισμούς όπως «φορμαλιστική», «μικροαστική», «τραχιά», «χυδαία». Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι το άρθρο είχε λάβει την έγκριση του Στάλιν. Το πλήγμα ήταν μεγάλο, καθώς ο γεμάτος ορμή και σχέδια Σοστακόβιτς, ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τα τριάντα του χρόνια, δεν ολοκλήρωσε καμία άλλη όπερα μέχρι τον θάνατό του, παρότι άφησε προσχέδια για αρκετές.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, μετά τον θάνατο του Στάλιν, ο Σοστακόβιτς επέφερε τροποποιήσεις στην παρτιτούρα. Παρ’ όλα αυτά και πάλι δεν επετράπη η παρουσίαση της όπερας.
Το πολυπόθητο πράσινο φως δόθηκε σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα. Στη νέα της μορφή, με τον τίτλο "Κατερίνα Ισμαήλοβα", η όπερα ανέβηκε τελικά στις 8 Ιανουαρίου 1963 στο Θέατρο Τέχνης Στανισλάφσκι. Σε αυτή τη δεύτερη μορφή ταξίδεψε σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το έργο, που δεν ξεχωρίζει μονάχα για την ωμότητα και τη σκληρότητά του, αλλά είναι εξίσου βαθιά συγκινητικό, όχι μόνο στην τελική σκηνή του, η οποία συνοψίζει αιώνες πόνου και στέρησης στη Ρωσία, αναφέρεται στην Κατερίνα Ισμαήλοβα, σύζυγο ευκατάστατου εμπόρου, η οποία νιώθει παραμελημένη και εγκλωβισμένη και ερωτεύεται έναν από τους εργάτες του αγροκτήματος, για χάρη του οποίου φτάνει ώς τον φόνο του πεθερού και του συζύγου της. Παντρεύεται τον αγαπημένο της, όμως οι φόνοι αποκαλύπτονται και το ζευγάρι συλλαμβάνεται. Στον δρόμο για τη Σιβηρία η Κατερίνα φιλονικεί με μια νέα υποψήφια ερωμένη του συζύγου της και μαζί της παρασύρεται από τα παγωμένα νερά του ποταμού.
Η παράσταση, που θα παιχθεί στις 12, 15, 17, 19 και 22 Μαΐου, έχει δυνατές υπογραφές, όπως τον Τομπίας Χόαϊζελ στα σκηνικά, τη Μιλένα Κανονέρο και την Πέτρα Ράινχαρτ στα κοστούμια, τον Λούκα Μπιγκάτσι στους φωτισμούς και την κολεκτίβα (ΛΑ)ΟΡΝΤ στην κινησιολογία. Πρωταγωνιστούν οι Σβετλάνα Σοζντάτελεβα, Σεργκέι Σεμισκούρ, Γιάννης Γιαννίσης και νεώτεροι Έλληνες μονωδοί.