Ευθύς εξαρχής δήλωσε ότι δεν ήθελε να ακούσει τρεις λέξεις: "Brexit, Ντόναλντ και Τραμπ". Ωστόσο, η πολιτική δεν εξοβελίστηκε από τη συζήτηση που είχε με τους αναγνώστες του και ο ίδιος εν τέλει παραδέχτηκε ότι "Ο Φάρατζ και ο Τραμπ, για μένα, είναι δύο καρικατούρες, αλλά για τους υποστηρικτές τους είναι κανονικοί άνθρωποι, μια αλλαγή από το πώς είχαν συνηθίσει να είναι μέχρι τώρα οι πολιτικοί".
Ο Τζόναθαν Κόου παραδέχτηκε ανοιχτά, προχθές το βράδυ, στο ασφυκτικά γεμάτο Τριανόν, ότι "Τα τελευταία χρόνια στη Βρετανία γελάμε με την πολιτική σαν να είναι πολιτική σάτιρα, γελάμε μηχανικά, αντί να σκεφτούμε και να αλλάξουμε τα πράγματα. Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική συζήτηση έχει επικεντρωθεί σε δύο κυρίαρχα στοιχεία, τον φόβο και τη νοσταλγία. Δημιουργείται φόβος για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, ενώ παράλληλα έχουμε επίκληση στη νοσταλγία, στην Αμερική με τον Τραμπ να προτρέπει ‘Ας κάνουμε τις ΗΠΑ ξανά μεγάλες’, και στη Βρετανία με την καμπάνια ‘Να γίνει ξανά ένα περήφανο έθνος’. Θεωρώ πως είναι λάθος και επικίνδυνη αυτή η τακτική" επισήμανε.
Όλα αυτά για τα οποία μίλησε ενώπιον του αθηναϊκού κοινού εμπεριέχονται στο τελευταίο του βιβλίο "Αριθμός 11" (εκδ. Πόλις, μετ. Άλκηστις Τριμπέρι), με το οποίο μπήγει βαθιά τη γραφίδα του στο μεδούλι της μεταθατσερικής βρετανικής διαδρομής και στη βαριά σκιά του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στον σημερινό κόσμο. "Το βιβλίο αναφέρεται στην πολιτική κατάσταση της Βρετανίας αλλά και την παγκόσμια πολιτική σκηνή μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ" είπε, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι οι αναγνώστες του γνωρίζουν ότι "γράφω με το χιούμορ της πολιτικής σάτιρας γι' αυτό που ζούμε σήμερα".
Ο ίδιος ξεκίνησε να γράφει τον "Αριθμό 11" από το 2003, "με τη σκιά του πολέμου που έπεσε πάνω μας. Αυτός ο πόλεμος ξεκίνησε από τις ΗΠΑ με ένα μεγάλο ψέμα, τον ισχυρισμό ότι ο Σαντάμ είχε χημικά όπλα, κάτι που αποδείχτηκε μη αληθές. Με αυτό το ψέμα κόπηκε ο δεσμός εμπιστοσύνης που υπήρχε ανάμεσα στους πολίτες και στις κυβερνήσεις. Δεν μου αρέσουν καθόλου οι θεωρίες συνωμοσίας, αλλά σ' αυτή την υπόθεση κάτι βρομάει άσχημα" είπε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει ότι "σήμερα βλέπουμε τις επιπτώσεις αυτής της έλλειψης εμπιστοσύνης". Άλλωστε και το βιβλίο του από αυτό το ψεύδος ξεκινάει, με την αυτοκτονία του Ντέιβιντ Κέλι, κορυφαίου συμβούλου της βρετανικής κυβέρνησης στο θέμα των φακέλων για το οπλοστάσιο του Ιράκ, ενώ ένα από τα ωραιότερα κεφάλαιά του αναφέρεται στη σημερινή έλλειψη εμπιστοσύνης σ' εκείνον ή εκείνους που διαθέτουν τα εχέγγυα να τους εμπιστευθείς.
Μίλησε επίσης για τα κοινά στοιχεία αλλά και τις διαφορές ανάμεσα στο πρώτο "Τι ωραίο πλιάτσικο" και το τελευταίο του βιβλίο "Αριθμός 11", διευκρινίζοντας κατ' αρχάς ότι "τα δύο έργα βρίσκονται σε διάλογο" και δεν αποτελεί το τελευταίο συνέχεια του πρώτου, αφού "οι περισσότεροι ήρωες από το ‘Τι ωραίο πλιάτσικο’ πεθαίνουν". “Στην αρχή", είπε, σκέφτηκα να συνεχίσω με τους ίδιους ήρωες σαν φαντάσματα που επιστρέφουν ή σαν όνειρο, αλλά τελικά επέλεξα άλλους. Έχω εκατοντάδες ήρωες στα έντεκα βιβλία μου που δεν έχουν πει όλες τις ιστορίες και θα ήθελα να τους ξανακοιτάξω" τόνισε, ενώ υπογράμμισε ότι του ίδιου του αρέσει το "Τι ωραίο πλιάτσικο" γιατί "από τον ρεαλισμό περνά στο φανταστικό", κάτι που ήθελε να συνεχίσει και στα επόμενα βιβλία του. Η διαφορά των δύο βιβλίων ωστόσο είναι ότι "στο μεν πρώτο υπάρχει ένα τέλος, ενώ ο ‘Αριθμός 11’ τελειώνει με ένα ερωτηματικό".
Δεν έκρυψε ότι του αρέσει όταν "ο ρεαλισμός μετατρέπεται σε παρωδία βιβλίου ή ταινίας γοτθικού τρόμου". Άλλωστε, από μικρός, όπως είπε, έβλεπε πολλές ταινίες τρόμου, με αγαπημένη του τη "Δόκτορ Τρόμος" και ότι η γοτθική λογοτεχνία τον επηρέασε σε ό,τι αφορά τη σάτιρα. Άλλωστε, στο "Αριθμός 11", όπως επανέλαβε, "ζωγραφίζω τη Βρετανία με μελανά χρώματα, σαν ένα θρίλερ".
Π. Κρ.