Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Ήταν ασφαλώς ιδιαίτερη περίσταση η μαγιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Γαλλικής Ραδιοφωνίας, όχι φυσικά επειδή έχουν λείψει στο παρελθόν εμφανίσεις γαλλικών σχηματισμών, ούτε επειδή οι εμφανίσεις αυτές συνδυάσθηκαν με Έλληνα σολίστ. Η ιδιαιτερότητα της περίστασης αφορά ακριβώς τον διεθνούς φήμης Λεωνίδα Καβάκο και τη διττή ιδιότητα, δηλαδή την επιπρόσθετη εκείνη του αρχιμουσικού της ξένης ορχήστρας πλάι στην αρχική της καθιέρωσής του, ως βιολονίστα, υπό την οποία εξέθεσε εαυτόν στην κρίση του κοινού της ελληνικής πρωτεύουσας. Ενός κοινού που, κατά τις σπάνιες εμφανίσεις του βιρτουόζου, κυριολεκτικά κατακλύζει την αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Συλλόγου Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, σε εποχές που η πληρότητά της παραμένει περιορισμένη ακόμη και επ’ ευκαιρία άλλων εξίσου σημαντικών γεγονότων. Είναι το ίδιο κοινό που αποδέχεται την κάθε ερμηνευτική επιλογή αυτού του παγκόσμιας εμβέλειας δεξιοτέχνη με αδιάψευστες ιαχές και απαιτητική διεκδίκηση περιπόθητων ανκόρ.
Όσοι παρακολουθούμε -έστω και μέσω αλλοδαπών ραδιοφωνικών συχνοτήτων- την ευρωπαϊκή και εν γένει διεθνή μουσική επικαιρότητα με όχημα τις ραδιοφωνικές αναμεταδόσεις της EBU, γνωρίζαμε την εντεινόμενη έμφαση που αποδίδει εσχάτως ο Καβάκος στη διεύθυνση της ορχήστρας. Και φυσικά αναμέναμε με ενδιαφέρον αυτό το συνδυαστικό γεγονός εκ μέρους του στο πόντιουμ μιας από τις πλέον έμπειρες ραδιοφωνικές ορχήστρες της Ευρώπης.
Ως εκπρόσωπος της έγχορδης μουσικής επικράτειας, ο καλλιτέχνης επέλεξε να εγκαινιάσει τη συναυλία της 12ης/05/2016 περιτριγυρισμένος από τους ομοτέχνους του για το 3οκοντσέρτο (αρ. κατ. Καίχελ 216) από τα 5 για το βιολί και ορχήστρα που ο μόλις 19χρονος Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μότσαρτ συνέθεσε σε χρονικό διάστημα λίγων μηνών (1775) στη γενέτειρά του, το Ζάλτσμπουργκ.
Σε αντίθεση με την παλαιότερη παρουσίαση από τον Καβάκο, στον ίδιο αυτόν χώρο, του πλήρους κύκλου των 5 κοντσέρτων, η πρόσφατη ανάγνωση κυριολεκτικά επέβαλε τη σιγή στην κριτική διάθεση. Η σολιστική επίδοσή του υπήρξε εξέχουσα: ζωηρή, διαυγής, δροσερή, χωρίς αγωγικούς ή παραστατικούς ακκισμούς, με την καντέντσα του α' μέρους σε πλήρη υφολογική αρμονία με το έργο και μιαν υποβόσκουσα αίσθηση του χιούμορ. Κυρίαρχος ο ίδιος του πολυτελούς εγχόρδου του και επικεφαλής εκλεκτών ομοτέχνων του, ο Έλληνας επέτρεψε στο κοντσέρτο να εκτυλιχθεί με κλασική φραστική, χωρίς ασφυκτική μετρικότητα, με τη μουσική να εκδηλώνει ακώλυτα τη μοτσάρτιας οικονομίας μελαγχολία της στο αργό μέρος και με μιαν ορχήστρα σε κατάσταση εκστατικής αφοσίωσης στον οδηγό της. Εντυπωσιακό και το καταληκτικό αλέγκρο, με διονυσιακή βίωση των ρυθμών στις εμβόλιμες ενότητες και μιαν εν γένει μεσογειακής κοπής θέρμη. Θέρμη υπενθυμιστική της Ιταλίας ως ευρωπαϊκής κοιτίδας της τέχνης του βιολιού, αισθητή παρά την τόσο προσωπική αφομοίωση της τέχνης αυτής από τον Μότσαρτ στη δημιουργία του.
Το πρώτο μέρος της συναυλίας ολοκληρώθηκε με τη σπανίως εκτελούμενη Berceuse élégiaque, έργ. 42, σύνθεση του έτους 1909 για το πιάνο, την οποία ο κεντροευρωπαϊκής ιδιοσυγκρασίας Ιταλός συνθέτης Ferruccio Busoni (1866 - 1924), καθηγητής μεταξύ επιφανών άλλων και του ημετέρου Δημήτρη Μητρόπουλου, ενορχήστρωσε στη συνέχεια. Εν όψει της πενίας ιστορικών πληροφοριών του προγράμματος ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε ότι η πρώτη παρουσίαση της ορχηστρικής εκδοχής έγινε δύο χρόνια αργότερα, στη Νέα Υόρκη, υπό τον Γκούσταβ Μάλερ, 3 περίπου μήνες πριν από τον θάνατό του. Με μπαγκέτα αυτήν τη φορά, ο Καβάκος απέσπασε από την Ορχήστρα την υποβλητική μυστηριακή ατμόσφαιρα που εγκαθιδρύει η παρτιτούρα και χειρίσθηκε με ευαισθησία τους ηχητικούς «μανδύες» που συνυφαίνουν την ορχηστρική γραφή.
Όλος ο χρόνος μετά το διάλειμμα καταλήφθηκε από τις «Εικόνες από μιαν έκθεση» του Μοντέστ Μουσσόργκσκυ σε ενορχήστρωση του Μωρίς Ραβέλ, έργο απατηλό, αφού η παράθεση μερών φαινομενικά αποτασσόμενων την αυστηρή συμφωνική αλληλουχία απαιτεί εν τούτοις αίσθηση συνέχειας και κλιμάκωσης γι’ αυτήν την «επίσκεψη» εικονικής πινακοθήκης. Παραδομένη στις έξοχες πινελιές του ενορχηστρωτή Ραβέλ, η διεύθυνση του Καβάκου διέπραξε το ατόπημα της ιδιοσυγκρασιακής μεγέθυνσης των στιγμών εις βάρος του αθροιστικού momentum. Πολύ γρήγορα βρεθήκαμε αντιμέτωποι με επιτηδευμένο στόμφο, που διογκώθηκε ανέλεγκτα σε εκβαρβαρισμό της σύνθεσης. Εν αναμονή του περισσότερο πεπειραμένου αρχιμουσικού θα κρατήσουμε προς το παρόν την ενδιάμεση τελείωση του Καβάκου στον Μότσαρτ, κάτι που μόνον λίγο δεν είναι...