"Να τολμάς το δεύτερο βήμα μετά το πρώτο και κάθε τόσο να γυρνάς το βλέμμα πίσω για να δεις τι αφήνεις και πού πας". Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, καθισμένος στο φωτεινό του γραφείο, περιτριγυρισμένος από βιβλία, τον Ιούνιο του 2010, γυρνώντας πίσω το βλέμμα, μας αφηγούνταν για την "εποχή της αθωότητας", για τις πολιτικές εμπειρίες του στα χρόνια της δικτατορίας, οπότε διώχθηκε και βασανίστηκε, για τους μεταφραστικούς άθλους και τις δοκιμιακές γραφές του, την αρχαία και τη νεοελληνική λογοτεχνία, το σαράκι του που ήταν "το δασκαλίκι", την υποτίμηση του δοκιμιακού λόγου που, κατά την εκτίμησή του, "έχει μια γενικότερη σημασία, πολιτιστική και πολιτική, στον βαθμό που αποτελεί δείκτη ελλείμματος στην περιοχή του στοχαστικού λόγου", αλλά και για την έλλειψη της μεγάλης αφήγησης στην εποχή μας. Τότε, κοιτάζοντας μπροστά, έβλεπε, μας έλεγε, την ολοκλήρωση της μετάφρασης της "Ιλιάδας". Τώρα, γυρνώντας το βλέμμα πίσω στη δική του πορεία, στα ελληνικά γράμματα και τον δημόσιο χώρο, αναμφισβήτητα συνταντούμε έναν ολοκληρωμένο διανοούμενο, έναν κορυφαίο της εποχής μας, που διατήρησε την πνευματική και κριτική του ικμάδα σε καιρούς ταραγμένους και ήσυχους.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης έκλεισε τα μάτια του χθες το πρωί. Κι αν το έργο και η παρουσία του στάθηκαν ορόσημα της πνευματικής μας πορείας, ο θάνατός του έρχεται να επισημάνει την πνευματική ερημία της εποχής μας. Η οικογένειά του, η σύζυγός του Ανθή και οι κόρες του Εριφύλη και Νίκη, οι φίλοι, οι ομότεχνοι, οι μαθητές, όσοι εμπνεύστηκαν από το έργο και τον λόγο του, τον αποχαιρετούν αύριο, Πέμπτη, στις 11 το πρωί, στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου θα τελεστεί η κηδεία του.
Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1929, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και συνέχισε στη Δυτική Γερμανία με υποτροφία από το Ίδρυμα "Humboldt Stiftung", δίπλα στον γνωστό ελληνιστή Βάλτερ Μαργκ. Το διδακτορικό του δίπλωμα το έλαβε το 1962 από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, όπου δίδαξε Αρχαία Ελληνικά από το 1963 έως το 1968. Στρατευμένος στην Αριστερά, απολύθηκε και συνελήφθη από τη χούντα.
"Σηκώστε με σεμνότητα το χρέος που σας ανήκει. Φανείτε εις μικρόν γενναίοι... Κρατήστε ξύπνιο το μυαλό σας στους σκοτεινούς καιρούς" προέτρεπε τους φοιτητές του από το αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής σ' εκείνο το τελευταίο μάθημα, πριν η χούντα τον συλλάβει, τον Ιανουάριο του 1968.
"Ανήκω σε μια γενιά, ιστορικά, θα έλεγα, μπάσταρδη. Έζησα την Κατοχή ως παιδί και τον Εμφύλιο ως έφηβος. Στην πραγματικότητα, οι πολιτικές εμπειρίες μου προέκυψαν λίγο αργότερα και πήραν την οξύτητα που πήραν στα χρόνια της δικτατορίας. Αν με ζόριζε κάποιος να πω ποιο είναι το απόσταγμα αυτής της εμπειρίας, θα έλεγα κάτι που θα παραξενέψει. Είναι μια εμπειρία που όρισε, όχι μόνο για τη δική μου ζωή, αυτό που θα ονόμαζα εποχή της αθωότητας. Από την άποψη αυτή, ώρες - ώρες αισθάνομαι περίπου ευγνωμοσύνη για τα χρόνια που πέρασα, και όπως τα πέρασα, την εποχή εκείνη. Είναι μια εποχή που με έμαθε να κινούμαι, για να χρησιμοποιήσω το πλατωνικό παράδειγμα, από το υστέρημα στο περίσσευμα, τιμώντας εξίσου το υστέρημα όσο και το περίσσευμα, για να μην πω περισσότερο το υστέρημα για το περίσσευμα" μας έλεγε για εκείνη την περίοδο.
Μέσα στο κελί όπου παρέμεινε οκτώ μήνες, από τις αρχές του 1973 έως τη γενική αμνήστευση, γράφει σε φθαρμένες χαρτοπετσέτες τη «Μαύρη γαλήνη», που πρωτοδημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1973 στο 8ο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Η συνέχεια» και, το 2007, από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν χαρίστηκε στους συνταγματάρχες, όπως δεν χαρίστηκε σε κανέναν δογματισμό. Χαρίστηκε ολόψυχα στην τέχνη της ανάγνωσης, της γραφής και της μετάφρασης, εξαίροντας διαρκώς την τέχνη της ζωής. Μελέτησε σε βάθος και δίδαξε με πάθος την Αρχαία και τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, μεταφέροντας την ουσία του αρχαίου κόσμου στην εποχή μας. Ως δάσκαλος επηρέασε τις ζωές χιλιάδων φοιτητών του. Και υπήρξε Δάσκαλος ώς το τέλος. "Στο δασκαλίκι οφείλω το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι το σύνολο της συγγραφικής μου δουλειάς, από την άποψη ότι τα περισσότερα απ' αυτά τα έχω προηγουμένως διδάξει. Διδάσκοντας μαθήτευα και μαθητεύοντας διδασκόμουν" μας έλεγε.
Η μελέτη και η μετάφραση των ομηρικών επών απασχόλησε "όλο τον ακμαίο και ώριμο βίο μου" έλεγε και πίστευε ότι η σημερινή ανάγνωσή τους εξαρτάται από τον τρόπο που μεταφράζονται. "Με τη μετάφραση των λογοτεχνικών κειμένων από την αρχαϊκή στη δική μας εποχή, επιχειρώ να θυμίσω ότι το ρήμα κείμαι, απ' όπου βγαίνει η λέξη κείμενο, σημαίνει είμαι ξαπλωμένος, κοιμάμαι, αδρανώ κατά κάποιο τρόπο, αν δεν έχω πεθάνει. Με τον συγκεκριμένο τύπο της μετάφρασης, αυτό που κάνουμε είναι ότι αγγίζουμε αυτό το κείμενο, το κείμενο που κείται. Και επειδή το θέλει και το ίδιο, το ξυπνάμε. Έτσι περιέρχεται σε εγρήγορση αντί της προηγούμενης αδράνειάς του και προσφέρεται ως στοιχείο κρίσης και κριτικής και για τον εαυτό του, και για το παρελθόν του, και για εμάς και το παρόν μας" μας εξηγούσε για τη μεταφραστική του εργασία στα ομηρικά έπη. Έντεκα χρόνια χρειάστηκε προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετάφραση της "Οδύσσειας", ενώ χαρακτήριζε την "Ιλιάδα" παραβατικό έργο, σε όλα τα κρίσιμα σημεία του, "στον μύθο, στην πλοκή και την ιδεολογία του", καθώς "είναι το μοναδικό παράδειγμα ηρωικού έπους το οποίο δεν καταλήγει σε νικητές και νικημένους".
Μετέφρασε επίσης Ηρόδοτο, Ησίοδο, τον "Αίαντα" του Σοφοκλή. Μελέτησε επίσης νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους, έχοντας εκδώσει μελετήματα για τον Γεώργιο Σεφέρη, τον Τίτο Πατρίκιο, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Μίλτο Σαχτούρη, αλλά και για τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κ.Π. Καβάφη, καθώς και για τον Γιώργο Χειμωνά. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης συμφιλίωσε με πρωτοτυπία το φιλολογικό παρελθόν και το λογοτεχνικό παρόν, κρατώντας διαρκώς ακμαία τη σχέση "παραγωγικής αμοιβαιότητας" και τη συνύπαρξη αναγνώστη και ποιητή.
Εκτός, όμως, από πανεπιστημιακός δάσκαλος, ο Δ.Ν. Μαρωνίτης αρθρογραφούσε συστηματικά στο "Βήμα", από τον Φεβρουάριο του 1971 οπότε δημοσιεύτηκε το πρώτο άρθρο του με τίτλο «Σημείο αναφοράς», μέχρι τις 18 του περασμένου Ιουνίου, που αφιέρωσε το τελευταίο του κείμενο στον αείμνηστο γλωσσολόγο και φίλο του Τάσο Χρηστίδη. Υπήρξε πρόεδρος και διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, από το 1994 έως το 2001, και συντονιστής του προγράμματος «Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση» και για μικρό διάστημα καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης παρέμεινε ώς το τέλος του βίου του ενεργός διανοούμενος και πολίτης και αυστηρός κριτής των πεπραγμένων της εποχής μας, επισημαίνοντας αριστοτεχνικά ότι η τόλμη στη σκέψη και στον λόγο δεν χωρούν σε μια άτολμη ζωή.
Αποχαιρετισμός στον γενναίο
Είναι, τουλάχιστον για μας και -είμαστε βέβαιοι- κάποιους ακόμη μαθητές του, το τέλος εκείνης της πορείας: μιας στάσης ζωής, ανάτασης, όχι μόνο με τα γράμματα που μας έμαθε αλλά με τη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας.
Η τελευταία του ομιλία στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, αρχές του ’68, η αντρίκια φωνή που έδειχνε στους φοιτητές τα όρια του φόβου και πώς να τα ξεπεράσουν, εκείνη η δολοφονική ματιά του στους χαφιέδες που είχαν ζώσει τον χώρο, ζύγιζαν χίλια χαστούκια στα μάγουλα των τυράννων.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν αντιστάθηκε απλώς: πολέμησε με νύχια και με δόντια τους βιαστές της Δημοκρατίας. Κι έπειτα από την επιστροφή στον κοινοβουλευτισμό, η φωνή του, συμφωνούσαμε ή διαφωνούσαμε, ήταν πάντα ξεκάθαρη, γενναία. Ήταν Δάσκαλος.
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ
ΚΛΕΑΡΧΟΣ ΤΣΑΟΥΣΙΔΗΣ