Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η αναθεωρητική τάση στη σκηνοθεσία των λυρικών έργων έρχεται συχνά αντιμέτωπη με την απαράσκευη ύβρη των μετρίων. Δικαιώνεται όμως όποτε υποστηρίζεται από τη βαθιά μελέτη των ταλαντούχων που υπηρετεί διεισδυτικά την ακρίβεια του μουσικού και του ποιητικού κειμένου.
Αν και δεν ανήκουμε στους άνευ όρων θαυμαστές της θρυλικής πλέον παραγωγής του Φεστιβάλ Μπάυρώιτ για το «Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ» του Βάγκνερ, επί τη εκατονταετία της εκεί πρώτης παρουσίασής του (1876), μολαταύτα υιοθετούμε τη γενική εκτίμηση ότι ο εισηγητής του Patrice Chéreau (1944 - 2013) σημάδεψε όσο ελάχιστοι ομότεχνοί του το λυρικό τοπίο στην εποχή που ακολούθησε τους μεγάλους Ιταλούς, τον Βήλαντ Βάγκνερ και τον Βάλτερ Φέλζενστάιν.1 Γιατί απαιτείται αναδρομή στον Βισκόντι, προκειμένου να εντοπίσουμε παρομοίως ισόρροπη πορεία σκηνοθέτη στο Θέατρο, την Όπερα και τον Κινηματογράφο, με εκείνη που κατέγραψε ο Σερώ. Γόνος εικαστικών καλλιτεχνών, θεατρική διασημότητα ήδη ως μαθητής λυκείου και επαγγελματίας διευθυντής θεάτρου από τα 19, ο Σερώ υπηρέτησε αξιοσημείωτο φάσμα λυρικών έργων, από τον Μότσαρτ της opera seria ("Λεύκιος Σύλλας") και της opera buffa ("Έτσι κάνουν όλες") μέχρι τον «Τριστάνο και Ιζόλδη» του Βάγκνερ ή τον «Βότσεκ» του Άλμπαν Μπεργκ. Ανάμεσά τους διακρίνουμε ορόσημα, όπως την πρώτη παρουσίαση της συμπληρωμένης από τον Φρήντριχ Τσέρχα «Λούλου» του ίδιου Μπεργκ, στην Όπερα των Παρισίων (1979) με μαέστρο, όπως και για την προαναφερθείσα Τετραλογία, τον αείμνηστο Πιέρ Μπουλέζ, και ασφαλώς τις ύστατες για τον μαιτρ αναβιώσεις της όπερας του Γιανάτσεκ «Από το σπίτι των νεκρών» και της «Ηλέκτρας» του Ρίχαρντ Στράους, αμφότερες για το Φεστιβάλ του Αιξ της Προβηγκίας, πλέον υπό την μπαγκέτα του Φιλανδού συνθέτη και αρχιμουσικού Esa-Pekka Salonen, που διαδέχθηκε τον Μπουλέζ στην ομάδα των συνεργατών του.
Για όσους κατορθώσαμε να παρακολουθήσουμε την απευθείας δορυφορική μετάδοση της «Ηλέκτρας» από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης (Σάββατο 7 Μαίου 2016, αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» Μεγάρου Μουσικής Αθηνών),2 η συγκίνηση δεν περιορίστηκε στην επίγνωση πως επρόκειτο για το «κύκνειο άσμα» του χτυπημένου από τον καρκίνο σκηνοθέτη, αλλά περιέλαβε και την ανάμνηση της εν έτει 2008, επί ελληνικού εδάφους, βράβευσής του με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου, στη Θεσσαλονίκη, που είχε τότε φιλοξενήσει τον θεσμό, και με τη σύμπραξη της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Αποτελεί εξάλλου ευτύχημα ότι οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές της τρέχουσας αμερικανικής αναβίωσης πρόλαβαν να διδαχθούν -και εγκολπώθηκαν, όπως απεδείχθη- τους ρόλους από τον ίδιο τον δάσκαλο και τον μαέστρο Ζάλονεν στις παραστάσεις του 2013.
Με λιτό, άχρονο, υπαινικτικό των χώρων σκηνικό, σαφή και μετρημένη χρήση συμβόλων, αλλά και με εξονυχιστική προσήλωση στο γράμμα του κειμένου του λιμπρετίστα Χούγκο Φον Χόφμανσταλ, ο Σερώ εξανθρωπίζει το δυσλειτουργικό πλαίσιο της οικογενειακής τραγωδίας των Ατρειδών, εντάσσοντας όλους τους χαρακτήρες στον τραυματικό απόηχο του πρωταρχικού εγκλήματος. Έτσι, αντί του αναμενόμενου γκροτέσκου «τέρατος», σκιαγραφεί την Κλυταιμνήστρα ως μια γοητευτική και πληγωμένη βασίλισσα, αντάξια αδελφή της Ωραίας Ελένης και δέσμια τόσο του ανομήματος όσο και κάποιας εναπομένουσας τρυφερότητας για την εκτός εαυτής Ηλέκτρα. Η αντιπαράσταση της -επιβιωσάσης από το Αιξ, πάντοτε γοητευτικής και διηνεκώς μεγάλης- Waltraud Meier, ως χήρας του Αγαμέμνονος και γυναίκας του Αιγίσθου (σωστός Burkhard Ulrich), με τη νέα στη διανομή Ηλέκτρα της Σουηδής πριμαντόνας Nina Stemme, εντυπώνεται μέσα από το βιωματικό βάθος ακόμη και των ελάχιστων κινήσεων και εκφράσεων. Στη διαδοχή μιας Έβελυν Χερλίτσιους, παρεμπιπτόντως αλησμόνητης Βρουγχίλδης και Ιζόλδης στο Μπάυρώιτ, η Στέμμε επιβάλλεται ακόμη και σε πείσμα των πλέον αδιάκριτων «γκρο πλαν» λήψεων. Το τραγούδι της, πλούσιο στην υπεράνω της ορχήστρας κραυγαστική εξαγγελία, αλλά και αβάσταχτα φωτοσκιασμένο στη σκηνή της αναγνώρισης του Ορέστη, εποχούμενο σε πάλλοντα έγχορδα βιεννέζικης φινέτσας, λειτούργησε αντιστικτικά τόσο προς την αναχωρητική θηλυκότητα της -επίσης παλαίμαχης στην παραγωγή- Καναδής υψιφώνου Adrianne Pieczonka, που εμβαθύνει μιαν ήδη τρωτή προσωπογραφία της Χρυσοθέμιδος για το Αιξ, όσο και προς τον υποδόρια ανθρώπινο και τολμηρά έγχρωμο Ορέστη ενός σωματικά και φωνητικά εκφραστικού Eric Owens.
Κάθε ρόλος, όμως, ήταν εμφανώς ψιλοδουλεμένος (άραγε σωστά διακρίναμε μιαν εμφανώς δακρυσμένη Roberta Alexander ως μόνη φιλική προς την Ηλέκτρα θεραπαινίδα;), η δε Ορχήστρα της Μετ οδηγήθηκε μαγικά από τον Ζάλονεν για ένα παραστατικό επίτευγμα, έμπλεο συγκίνησης για συντελεστές και κοινό, κυριολεκτική κληροδοσία ενός επίλεκτου...
1 Ο διευθυντής της Μετ Peter Gelb αποδίδει στον Σερώ «εν είδει αστεϊσμού» την παραδοχή της ευθύνης του για το σκηνοθετικό κίνημα που σήμερα χαρακτηρίζεται ως «Eurotrash», επειδή η παραγωγή της Τετραλογίας ήταν η πρώτη που παρενέβη ριζικά στην πλοκή!
2 Το Μέγαρο Μουσικής εκώφευσε δυστυχώς στο αίτημα ολιγοήμερης αναβολής της μεταδόσεως, λόγω της καθολικής απεργιακής κινητοποίησης των ΜΜΜ, που εμπόδισε την προσέλευση θεατών, μεταξύ των οποίων και τουλάχιστον τριών κριτικών μουσικής και θεάτρου.