Live τώρα    
Μανόν Λεσκώ με τους αναπόφευκτους... ναζί
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μανόν Λεσκώ με τους αναπόφευκτους... ναζί

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Δεν είναι πολύς καιρός που διακηρύσσαμε ενθουσιασμό για μια γνησίως ανανεωτική παραγωγή τής μέχρι θανάτου (της) αναβιούσης «Κάρμεν», από σκηνής της Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης και διά χειρός τού επί σειράν ετών (1988 - 1997) διευθυντή του λονδρέζικου National Theatre, Sir Richard Eyre. Παρά την ιρλανδική παραπομπή του επωνύμου του, ο μαιτρ από το Ντέβον της Αγγλίας, που έλαβε τον τίτλο ευγενείας από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β' επί τη ολοκληρώσει της προαναφερθείσας θητείας του, κινείται με ευελιξία από το θέατρο και τον κινηματογράφο μέχρι το μιούζικαλ και το μελόδραμα, αναπτύσσοντας παράλληλα συγγραφική δραστηριότητα.

Τα στοιχεία αυτά αιτιολογούν το αυξημένο ενδιαφέρον για την πρόσφατη παραγωγή, επίσης για τη Μετ, της «Μανόν Λεσκώ» (με ω παρακαλούμε στα ελληνικά!) του Τζάκομο Πουτσίνι. Ιδίως αφού, ακόμη και για τα δεδομένα της αδιάπτωτης δημοφιλίας του συνθέτη από τη Λούκα, το παθιασμένο αυτό ερωτικό δράμα, που αποτέλεσε το όχημα της εκτόξευσής του στη δόξα, εξακολουθεί να διεκδικεί τη θέση που πραγματικά τού αρμόζει στο πλαίσιο της συνολικής του δημιουργίας. Λίγοι από τους λάτρεις του Πουτσίνι συνειδητοποιούν αίφνης ότι ο συνθέτης το θεωρούσε εκείνο που τού προκάλεσε τις λιγότερες μέριμνες, λίγοι αναλογίζονται την αποκοτιά, σε τόσο κρίσιμη φάση ζωής, της εκ μέρους του επιλογής ενός θέματος που είχε ήδη αξιοποιήσει με επιτυχία ο Ωμπέρ και αριστουργηματικά ο Μασσνέ. Ακόμη λιγότεροι έχουν προ οφθαλμών τις χαοτικές συνθήκες που οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του τόσο συμπαγούς και λειτουργικού λιμπρέτου ή το ποιοτικό άλμα αφομοίωσης των βαγκνερικών επιρροών μέσα από τη μορφοποίηση του προσωπικού ύφους εκείνου στον οποίο επένδυσε επιτυχώς και με επιμονή ο εκδότης Τζούλιο Ρικόρντι ως διάδοχο του Βέρντι, μετά την πρόωρη εκδημία του Πονκιέλλι. Εξίσου ευάριθμοι αποτιμούν το αισθητήριο αυτού του γερόλυκου των ιταλικών μουσικών εκδόσεων που χρηματοδοτούσε τα ταξίδια του Πουτσίνι στο Μπάυρώιτ κι έβαλε ένα χεράκι όχι μόνο στο λιμπρέτο, αλλά και στην κοπιώδη σφυρηλάτηση της συνεργασίας του παροιμιωδώς δύσκολου Πουτσίνι με το μετέπειτα ντούο των επιτυχιών, τους Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν ενδείξεις μιας ex ante ακλόνητης πίστης των αυτουργών της για την όπερά τους και οφείλουν να προβληματίζουν τον σκηνοθέτη, οσονδήποτε ικανό και διακεκριμένο. Η «Μανόν Λεσκώ» που παρακολουθήσαμε σε απευθείας σύνδεση με τη Μετ (αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 5.03.2016, με τη στήριξη του Antenna Group) αποτέλεσε απογοήτευση, πρωτίστως λόγω της ελάχιστα πιστευτής μεταφοράς της πλοκής -προσοχή!- όχι απλώς σε νεότερη εποχή εκείνης του αββά Πρεβώ, αλλά στην Αμιένη τής εν έτει 1941 κατειλημμένης από τους Γερμανούς Γαλλίας. Δεν απαιτεί φιλοσοφία η υπόθεση της ασυμβατότητας της ανέμελης πρώτης σκηνής των φοιτητικών πειραγμάτων με τους παρακαθήμενους στο καφέ του σιδηροδρομικού σταθμού Ναζί στρατιωτικούς. Παρά το εξαιρετικό handwork των σκηνικών του Rob Howell (πρβλ την ερειπωμένη «wasteland» της δ' πράξης), παρά τη λεπτολόγο ποικιλότητα των ενδυμασιών της Φωτεινής Δήμου, παρά τους υποβλητικούς φωτισμούς του έμπειρου Peter Mumford, η παραγωγή παρέμεινε ένα ψυχρόαιμο curiosum, σχεδόν αδιαλείπτως ανασχετικό της μέθεξης του θεατή με την τόσο συναρπαστική και διαχρονικά άσεμνη λαγνεία του απροσχημάτιστου πάθους των εραστών.

Πιο δουλεμένη και με σαφώς μετριασμένη την αναμενόμενη βαλτική της ψυχρότητα αναδείχθηκε η Μανόν της αγαπητής στη Μετ Κριστίν Οπολάις, που η Λεττονή πριμαντόνα ενσάρκωσε με εντυπωσιακή, αλλά ίσως υπερβολικά κραυγαλέα και πληθωρική, σκηνική και φωνητική παρουσία και, πάντως, χωρίς το ιδιωματικό φάσμα χρωμάτων μιας Τεμπάλντι, μιας Σκόττο, μιας Ολιβέρο, μιας Καμπαγιέ ή -εκτός σκηνής!- μιας Κάλλας. Αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τον Ιππότη Ντε Γκριέ και αντικαθιστώντας τον ασθενή Γιόνας Κάουφμαν, ο Ρομπέρτο Αλάνια αγωνίστηκε πρωτίστως να τιθασσεύσει φωνητικά έναν ρόλο βαρύτερο της δικής του κατηγορίας. Χωρίς όμως την ποθοπλάνταχτη mezza voce ενός Τζίλι (ακόμη και στα 61 του!), δεν είχε ούτε θεωρητική πιθανότητα συναγωνισμού μ' έναν Πέρτιλε, έναν Ντελ Μόνακο, έναν Ντι Στέφανο, έναν Ντομίνγκο, έναν Καρρέρας. Όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές έχουν σποραδική και μικρή παρουσία στο έργο, διακρίναμε όμως ανάμεσά τους τον χοροδιδάσκαλο του τενόρου Σκοτ Σκάλυ, ως ευκρινή εξάγγελο κειμένου και μουσικής, ενώ συντηρούμε αμφιβολίες για το κατά πόσον ο Γενοβέζος νέος ισχυρός άνδρας της μπαγκέτας στη Μετ, ο Φάμπιο Λουίζι, διαθέτει επαρκή ενσυναίσθηση του βορβορώδους λυρισμού της μουσικής αυτής, κι ας είναι της πατρίδας του...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0