Live τώρα    
ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΜΕΡΑΤΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ / Ολοκλήρωση ενός Μαραθωνίου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΜΕΡΑΤΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ / Ολοκλήρωση ενός Μαραθωνίου

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Χωρισμένη σε δύο διαδοχικά μέρη υπό την μορφή αυτοτελών συναυλιών και με ώρα ενάρξεως την 18η απογευματινή και την 21η εσπερινή της 6ης/03/2016 αντιστοίχως, η αναβίωση της θηριώδους Akademie της 22ας Δεκεμβρίου 1808 με έργα του Μπετόβεν, που τότε είχε διευθύνει ο ίδιος, περιελάμβανε και αποσπάσματα από τη λειτουργία του σε ντο μείζονα, ισομερώς κατανεμημένα στις δύο συνέχειες. Πραγματική «Σταχτοπούτα», σε σχέση με τη μεταγενέστερη και πλέον μεγαλειώδη Missa Solemnis, η υπ' αρ. έργ. 86 οφείλει μολαταύτα να μην αντιμετωπισθεί ως απλό προσχέδιό της, όπως προδίδει εξάλλου η εναγώνια αλληλογραφία του Μπετόβεν με τον απρόθυμο εκδότη του Breitkopf & Härtel, του Ιουνίου 1808, όπου χωρίς περιστροφές δήλωνε πως «χειρίστηκα το κείμενο όπως σπάνια το έχουν χειριστεί στο παρελθόν». Η αποστροφή αυτή είναι εύγλωττη για το βιωματικό βάθος που αναζητούσε στο εκκλησιαστικό κείμενο εκείνος που έμελλε να επιγράψει, 6 χρόνια αργότερα, το «Πιστεύω» της Μίσσα Σολέμνις με τις λέξεις «Ο Θεός, ο Θεός μόνος ουδέποτε με εγκατέλειψε». Παράλληλα όμως, αποκαλύπτει και τη δυσχέρεια της κατανόησης της Λειτουργίας από τους συγχρόνους του, με πρώτον τον παραγγελέα της πρίγκιπα Esterházy, ένα αμήχανο σχόλιο του οποίου, μετά την πρεμιέρα στο παρεκκλήσιο της Bergkirche του Eisenstadt της 13ης/09/1807, είχε οδηγήσει τον Μπετόβεν στη μεταγενέστερη ακύρωση της αφιέρωσης!

Στις συναυλίες του 2016, πάντως, τόσο το Gloria, που ολοκλήρωσε την πρώτη, όσο και τα Sanctus και Benedictus, που κατέλαβαν το μέσον της δεύτερης, δεν χρειάστηκε να «μεταμφιέσουν» τους τίτλους τους, όπως στην «Ακαδημία» του 1808 για τον φόβο της εκκλησιαστικής λογοκρισίας. Αντιθέτως, αποκάλυψαν εξ όνυχος, σε αθρόως προσελθόν αθηναϊκό κοινό, ένα έργο άξιο συνειδητής ακρόασης, ανταποδοτικό τόσο σε στιγμές φαινομενικά απλής μεθοδολογίας στη γραφή του όσο και σε άλλες αντιστικτικής κυριαρχίας, όπως στη μεγάλη φούγκα του Gloria. Αμφότερα τα εκτενή αποτμήματα ανέδειξαν την εξαίρετη χορωδία Armonia Atenea, σε διδασκαλία του έμπειρου Κωστή Κωνσταντάρα. Το φωνητικό κουαρτέτο πάλι (Ελένη Σταμίδου, Θεοδώρα Μπάκα, Γιάννης Φίλιας και Τίμος Σιρλαντζής) δεν ήταν ίσως το πλέον ομοιογενές ούτε μαρτυρούσε την επιθυμητή επάρκεια δοκιμών, αλλά απέδωσε με προσωπικότητα και ειλικρίνεια που πιστεύουμε ότι ο Μπετόβεν θα εκτιμούσε.

Οι αρετές αυτές, σε κάθε περίπτωση, δεν επαρκούν για τη δικαίωση της δραματικής σκηνής «Ah1 perfido», ακριβώς επειδή ο ρόλος της προδομένης ερωμένης δεν αρκείται σε φωνή σουμπρέτας, όπως η Ελένη Σταμίδου, και μάλιστα στη διαδοχή ερμηνευτικών αναφορών που εκτείνονται από τη Μαρία Κάλλας και την Μπίργκιτ Νίλσον έως -έστω- μια Γκούντουλα Γιάνοβιτς. Για το πρώτο μέρος αυτής της δεύτερης συναυλίας του «Μαραθωνίου», η Ορχήστρα και ο μαέστρος της Γιώργος Πέτρου επέλεξαν την 7η συμφωνία (1813), αντί της 5ης που είχε παρουσιάσει ο Μπετόβεν στα 1808. Με την κατανοητή για το πλαίσιο αγώνα αντοχής παράλειψη των επαναλήψεων, η ερμηνεία του Πέτρου επιβεβαίωσε εγνωσμένες αρετές, ήγειρε όμως και ερωτήματα, όπως για τη σχεδόν πλήρη επικάλυψη των εγχόρδων από τη «συναστρία» χάλκινων και κρουστών στο εναρκτήριο πόκο σοστενούτο, που προσέδωσε στην α' κίνηση χαρακτήρα συνολικά λιγότερο απρόσφορο σε ερμηνευτικές ενστάσεις. Αντίθετα, η ρομαντική φόρτιση του αλλεγκρέτο, δίκην νεκρώσιμης cortège για τον μόλις εκλιπόντα Νικολάους Αρνονκούρ, ήγγισε, στο μέρος αυτό, αντίκτυπο βάθους κινηματογραφικού σάουντρακ. Απολαύσαμε τη σταθερή τήρηση του τέμπο καθ' όλη τη διάρκεια του γ' μέρους, παρά την επιταγή του Μπετόβεν για αγωγική διαφοροποίηση στο ενδιάμεσο κεφάλαιο, όπως και τη γήινη αίσθηση του χορού στο ιλιγγιώδες καταληκτικό αλέγκρο κον μπρίο, βγαλμένο, θαρρείς, κατευθείαν από τραχείς δρυμούς και αγροτικά λαίντλερ της κεντρικής Ευρώπης.

Η πεντάωρη περίπου συναυλιακή διαδικασία ολοκληρώθηκε με την ενδεχομένως συγκριτικά ανώδυνη, αλλά πάντως εγερτήρια, χορωδιακή φαντασία, που επέτυχε τον απαραίτητο εορταστικό τόνο στην κορύφωση του γεγονότος. Δικαίωσε μάλιστα, έστω και κάπως καθυστερημένα, την επιλογή του φορτεπιάνο εποχής μέσα από τον ανάλαφρο δακτυλισμό του Τίτου Γουβέλη, που κατάφερε, στο εισαγωγικό μέρος της φαντασίας, να αποκαλύψει μεγαλύτερες δυνατότητες εκ μέρους του πληκτροφόρου από όσες τού είχαμε πιστώσει επ' ευκαιρία του 4ου κοντσέρτου. Μια συνολικά ενδιαφέρουσα εμπειρία για όποιους επιθυμούν να ψηλαφήσουν την ιστορική εξέλιξη της μεγάλης μουσικής της ανθρωπότητας...

ΥΓ.: Λίγα 24ωρα μετά τα άνανδρα πασχαλινά κακουργήματα των Βρυξελλών και της Λαχώρης και λίγες ώρες μετά την ενημέρωση για την υπό τραγικές συνθήκες τελευτή μιας από τους εκλεκτούς μουσικούς που μετείχαν στις συναυλίες Μπετόβεν του σχολιασμού μας, ας μας επιτραπεί αφ' ενός να υπενθυμίσουμε ότι με την «Ωδή στη χαρά» της Ενάτης απέδωσε φόρο τιμής στα θύματα η βελγική πρωτεύουσα, αφ' ετέρου δε να εκτείνουμε τη σκέψη και τα συλλυπητήριά μας σε οικείους και συμμεριζόμενους τα δύο αυτά βαθιά και παράλληλα πένθη...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0