του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Καταντούμε μονότονοι όταν επανερχόμεθα στο ζήτημα της πενίας ρεπερτορίου που συν τω χρόνω εμφανίζει η Εθνική Λυρική Σκηνή. Δεν παραγνωρίζονται ασφαλώς πρωτοβουλίες τόσο στο πεδίο του καθαρά γαλλικού ρεπερτορίου («Φάουστ») όσο και του σποραδικότερα επανερχόμενου Βέρντι («Σικελικοί Εσπερινοί»), ορισμένου Μπελλίνι της άγονης γραμμής («Καπουλέτοι και Μοντέκοι») ή του θεματικά πιο προσιτού Γιανάτσεκ της «Δαιμόνιας Αλεπουδίτσας». Ωστόσο, ως συνολική αίσθηση παραμένει -και εντείνεται όσο κορυφώνεται η κρίση- ότι το δραματολόγιο της Λυρικής έχει περιοριστεί σε μια χούφτα οικείων έργων ως ασφαλών επιλογών από πλευράς ταμείου. Στάθμιση εύλογη μεν, αλλά που αποτελεί σαφή στρατηγική απόκλιση από έναν διεθνή περίγυρο που σφύζει ερεθισμάτων και προκλήσεων. Το φαινόμενο αποκτά την πρόσθετη διάσταση καταδίωξης ουράς από τον σκύλο στον οποίο ανήκει, όταν, επίσης ευλόγως, γίνεται επίκληση του όντως μέχρις απελπισίας μουσικού συντηρητισμού του κοινού, παραγνωρίζοντας όμως εδώ και χρόνια, εσχάτως δε με εντεινόμενη εμμονή, ότι το κοινό αυτό κακοποιείται από ένα δημόσιο Γ' Πρόγραμμα σε πορεία εντεινόμενης απόκλισης από το κατά προορισμόν θεματικό του αντικείμενο, δηλαδή τη λεγόμενη «σοβαρή» ή «κλασική» μουσική, και από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο ποιότητας της υπηρέτησής του.
Με αυτό το πλέγμα διόλου πρωτότυπων και αισιόδοξων σκέψεων προσήλθαμε στην πλέον πρόσφατη και πολλοστή αναβίωση της «Μποέμ». Τι δεν θα δίναμε όμως ώστε το καρτελόνε να μας προσέφερε το ομοιότιτλο έργο του Λεονκαβάλλο και τούτο παρά το γεγονός ότι λατρεύουμε τον Πουτσίνι!
Δίκην αντιδότου, λοιπόν, σε αυτήν την πραγματικότητα και από έναν κύκλο επτά περίπου καθημερινών παραστάσεων (11 - 17/12/2015) επιλέξαμε τουλάχιστον να παρακολουθήσουμε την παράσταση της 13ηςΔεκεμβρίου που υποσχόταν μερική ανανέωση της φωνητικής διανομής υπό τη μουσική διεύθυνση, για πρώτη φορά στην όπερα αυτή, του «οικοδεσπότη» Μύρωνος Μιχαηλίδη, και μάλιστα για όλο τον κύκλο. Λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τη συμπλήρωση στρογγυλής εικοσαετίας από την πρώτη παρουσίαση της συγκεκριμένης παραγωγής στο Θέατρο «Ολύμπια», η τζεφιρελλικής σχολής πληθωρική και πολύχρωμη αναβίωση της Λίνας Βερτμύλλερ, σε επικαιροποίηση της Κατερίνας Πετσατώδη, συντηρεί την ελκυστικότητα μιας σύλληψης που δεν υπονομεύει, αλλά αντιθέτως διευκολύνει τη λειτουργία της μουσικής. Και μάλιστα, όπως αρμόζει σ' έναν μέχρι κεραίας συγκροτημένο θεατράνθρωπο σαν τον Πουτσίνι, όχι μόνο στο απόλυτο πλαίσιο της εκφοράς της, αλλά και ως δραματουργικού παράγοντα επίτασης του μουσικοθεατρικού αντικτύπου. Αυτό που έχει «γεράσει», ωστόσο, είναι η μάλλον κουραστική για τους τραγουδιστές ανισόπεδη σκηνή και, ιδίως, η ανάγκη τριών διαλειμμάτων για ένα έργο καθαρής διάρκειας μικρότερης των δύο ωρών.
Ενδιαφέρουσα, εν πάση περιπτώσει, υπήρξε η στελέχωση του πρωταγωνιστικού ζεύγους από τον τενόρο Γιάννη Χριστόπουλο και την υψίφωνο Άννα Στυλιανάκη. Εργατικός και φιλέρευνος, ο Χριστόπουλος σκιαγράφησε έναν Ροδόλφο που δεν έχει διαφύγει μεν από εφηβικό λεύκωμα νεανικών ινδαλμάτων, αλλά παραμένει γήινος και ευεπίφορος στις εξάρσεις ποίησης, απελπισίας ή ζήλειας. Κυρίως όμως αποδεικνύει αξιοσημείωτη φωνητική ρώμη και ενστερνισμό της απαιτητικής γραφής του Πουτσίνι, χωρίς εξαίρεση των λυρικών πτήσεων της επισκεπτήριας άριάς του ή του ερωτικού ντουέτου. Πλάι στο δικό του ζωηρό recitar cantando η στιβαρή Μιμή της Στυλιανάκη, νεαρή εκπρόσωπος μιας επίμοχθης και επισφαλούς καθημερινότητας στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής του «αστού βασιλιά», διεκδικεί το σφρίγος και την ανενδοίαστη δίψα για έρωτα που ταιριάζει σε μιαν υπό προθεσμία ζωή, όπως περιγράφεται άλλωστε στο κείμενο. Η φωνή εκπέμπει μυώδη λυρισμό, ιππεύει με άνεση τα απαιτητικά μελωδικά τόξα, αληθεύει χωρίς να υπερβάλλει.
Ωχρή, αντιθέτως, παρέμεινε η Μουζέτα της Μαρίας Παλάσκα, υπενθυμίζοντας τη δυσχέρεια ενός ρόλου που δεν εξαντλείται στην απαιτητικότατη δεκαεπτάλεπτη δεύτερη εικόνα, αλλά καλείται να παρεμβαίνει εν συντομία και με χαρακτήρα σε άλλες καίριες περιστάσεις, όπως στο αντιστικτικό καυγαδάκι του κουαρτέτου της τρίτης και στη σπαραξικάρδιας λιτότητας δέηση της τέταρτης. Πληθωρικός παρτενέρ της υπήρξε ο Μαρτσέλλο του ανεγνωρισμένου Κύπριου βαρυτόνου Κύρου Πατσαλίδη, λειτουργικοί στα σύνολα ο καλοτραγουδισμένος Κολλίν του μπάσου Πέτρου Μαγουλά και ο ζωηρός Σωνάρ του Ζαφείρη Κουτελιέρη, παραστατικός ο Μπενουά του Παναγιώτη Αθανασόπουλου. Η ακαμψία του πόντιουμ, μολαταύτα, έναντι της σκηνής και ο συχνός ανταγωνισμός ισχύος της ορχήστρας με τους τραγουδιστές κατέλειπε αρκετές ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ιδίως στη διαδοχή ενός Λουκά Καρυτινού στο συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Μας είχε, βλέπετε, κακομάθει...