Όταν τον Νοέμβριο του 2012 επιστήμονες κάθε ηλικίας, «συνοδοιπόροι», συνάδελφοι και μαθητές του Χάγκεν Φλάισερ, συμμετείχαν σε συνέδριο προς τιμήν του, για τη δεκαετία του '40 και τον αντίκτυπό της σήμερα, επιχείρησαν έναν βαρύ απολογισμό. Τρία χρόνια μετά, το συνέδριο που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών ακολούθησε τη δική του αυτονόητη διαδρομή. Έγινε ο συλλογικός τόμος "Η Μακρά σκιά της δεκαετίας του '40. Πόλεμος - Κατοχή - Αντίσταση - Εμφύλιος" (εκδ. Αλεξάνδρεια), στον οποίο συγκεντρώθηκαν επεξεργασμένα και εμπλουτισμένα κείμενα των εικοσιδύο Ελλήνων και ξένων επιστημόνων που συμμετείχαν στο συνέδριο. Στις 463 σελίδες του συγκεντρώνονται όλες οι καινούργιες προσεγγίσεις της δεκαετίας του '40 και συνοψίζονται οι προβληματισμοί γύρω από το πόσο ενεργό είναι το παρελθόν του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στη σημερινή συγκυρία. Συνομιλώντας με την ιστορικό Άννα Μαρία Δρουμπούκη, που συνεπιμελείται τον τόμο μαζί με τους Κατερίνα Γαρδίκα, Βαγγέλη Καραμανωλάκη και Κώστα Ράπτη, επιχειρούμε να κατανοήσουμε την τρομερή γοητεία της σκληρής αυτής δεκαετίας και τις αιτίες της ανθεκτικότητάς της απέναντι στη λήθη.
Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη
* Ο τόμος "Η Μακρά σκιά της δεκαετίας του '40. Πόλεμος - Κατοχή - Αντίσταση - Εμφύλιος", αγγίζει πολυπρισματικά αυτή την περίοδο. Τι ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει και τι νέο κομίζει στην ιστοριογραφία;
Είναι αλήθεια ότι η θεματογραφία του εκτείνεται σε μια ευρεία γκάμα, από τους κατακτητές, τον δωσιλογισμό και την Αντίσταση, στη γενοκτονία των Ελληνοεβραίων, τον Εμφύλιο και τις ιστοριογραφικές διαμάχες, την αναθεώρηση της Ιστορίας, την προπαγάνδα και την πολιτική των συμμαχικών δυνάμεων, το φλέγον ζήτημα της μη δίωξης των εγκληματιών πολέμου και των δωσιλόγων μέχρι την παρουσία της δεκαετίας του '40 στον πολιτικό λόγο και στη λογοτεχνία αλλά και τη μνήμη και τη διαμόρφωση ταυτοτήτων στη μεταπολεμική Ελλάδα και αλλού. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι στον τόμο διακεκριμένοι ξένοι ιστορικοί από τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία ανέδειξαν τη συγκριτική διάσταση των χωρών τους, οι οποίες επίσης -έως σήμερα- ζορίζονται με τη διαχείριση του πολεμικού παρελθόντος.
Στα κείμενα δεν υπάρχει ισοπεδωτικός ενικός αριθμός: «Έλληνας», «Γερμανός», «ελληνική» και "γερμανική" πλευρά, αλλά πολλοί πόλοι σε διαρκή γόνιμη αντιπαράθεση μεταξύ τους, σε διάφορα επίπεδα πολιτικό, πολιτισμικό κ.λπ. Κυρίως όμως δίνει τη δυνατότητα της συγκριτικής ματιάς πάνω στη δεκαετία του '40, επώδυνη για όλη την Ευρώπη. Είναι από τις ελάχιστες φορές που τόσες ευρωπαϊκές χώρες συνυπάρχουν μέσα σ' έναν τόμο.
* Γιατί έχει στοιχειώσει αυτή η δεκαετία τον δημόσιο διάλογο, τη μνήμη, την ιστοριογραφία και τις ζωές μας επίσης;
Γιατί δεν είναι μια απλή δεκαετία. Οι συνέπειές της ήταν διαρκείς και έντονες. Οι διαιρετικές τομές του παρελθόντος, αποτέλεσμα προφανώς του Εμφυλίου Πολέμου και της μετεμφυλιακής παγίωσης του κράτους της Δεξιάς, δεν έχουν ξεπεραστεί παρά μόνο θεωρητικά. Ο Εμφύλιος θεσμοποίησε την ιδεολογική και πολιτική πόλωση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, γι' αυτό και παρατάθηκε για πολύ μετά τον τερματισμό των συγκρούσεων. Οι "δύο Ελλάδες" που προέκυψαν από τον Εμφύλιο παρέμειναν χωρισμένες τουλάχιστον μέχρι το 1974 και με σταθερή τη διάκριση ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους. Η συναίνεση που επιτεύχθηκε μετά τη μεταπολίτευση οικοδόμησε την εθνική συμφυλίωση ως συνθήκη εξομάλυνσης χωρίς παράλληλα να καταφέρει να εξαφανίσει την κληρονομιά του Εμφυλίου και τις βαθιές τομές που είχε αφήσει στην κοινωνία. Τα τελευταία 40 χρόνια το εμφυλιακό τραύμα αναδύεται συχνά στην επιφάνεια και μάλιστα με όρους συγκρουσιακούς, ρεβανσιστικούς, δικαιωτικούς ή ακυρωτικούς. Σε μεγάλο βαθμό ο Εμφύλιος παραμένει στις μέρες μας ένα πολύ πραγματικό σύστημα ιδεολογικού και υπαρξιακού, ακόμα, αυτοπροσδιορισμού.
* Ποια είναι η μακρά σκιά της δεκαετίας του '40 και πώς φτάνει στις μέρες μας;
Ο βασικότερος, ίσως, λόγος για τον οποίο η δεκαετία του '40 μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον μας ως ιστορικών είναι επειδή η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμα αναμετρηθεί με τα φαντάσματά της. Δεν είναι τυχαίο ότι θέματα, ταμπού, όπως ο ένοπλος δωσιλογισμός, το ολοκαύτωμα, η οικονομική συνεργασία με τους κατακτητές, μόνο πολύ πρόσφατα έγιναν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και κομμάτι του δημόσιου διαλόγου. Μέχρι πριν 10-15 χρόνια, ακόμα και οι ιστορικοί απέφευγαν να ασχοληθούν με φαινόμενα σκοτεινά, απωθητικά ή πολιτικά ανορθόδοξα. Οι συνθήκες είναι πλέον ώριμες και το επιστημονικό υλικό επαρκές για την ανάπτυξη νέων προβληματικών και για την έρευνα υποφωτισμένων ώς τώρα θεματικών. Δεν έχουμε, για παράδειγμα, μελέτες που να έχουν προκαλέσει αισθήματα εθνικής ντροπής για θέματα - ταμπού που συνήθως είναι ωραιοποιημένα, όπως η συμπεριφορά του ελληνικού κράτους απέναντι στους Εβραίους επιζήσαντες των ναζιστικών κολαστηρίων. Όπως επίσης η πλήρης επανένταξη των δωσιλόγων στο πολιτικό σύστημα μετά το 1945, ένα ακόμη θέμα το οποίο γενικώς αντιλαμβανόμαστε χωρίς όμως να το έχουμε μελετήσει ως προς τις αιτίες, την έκταση και τις επιβιώσεις του.
* Αυτή η μνήμη της δεκαετίας του '40 γράφετε στον τόμο ότι είναι "πολύ σκληρή για να πεθάνει". Τι την καθιστά διαρκώς παρούσα ανάμεσά μας;
Το ότι δεν είναι μια απλή μνήμη. Είναι κοινωνική μνήμη, έχει συλλογικές αναφορές. Είναι τα υπόγεια νήματα που μας συνδέουν απευθείας με τη δεκαετία του '40 και τις συνέπειές της στη μεταπολεμική ζωή του τόπου. Αυτή η μνήμη είναι ενεργή στο δημόσιο πεδίο, από τον τρόπο που ψηφίζουμε στις εκλογές μέχρι τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στην πολιτική διαμάχη. Υπάρχει δηλαδή έντονο το στοιχείο της συνέχειας και της άντλησης παραδειγμάτων από μια εποχή που τελικά δεν είναι και τόσο μακρινή στις συνειδήσεις. Θεωρώ ότι πολλές απ' αυτές τις συνέχειες δεν είναι φαντασιακές, αλλά πραγματικές. Ασφαλώς, το αν η ελληνική κοινωνία αισθάνεται κοντά ή μακριά στον εμφύλιο διχασμό είναι θέμα ωριμότητάς της, είναι μια τεράστια συζήτηση, με ανοιχτά ερωτηματικά.
* Ανήκετε στη νέα γενιά ιστορικών, στη γενιά που επαναφέρει στο προσκήνιο με επιτακτικό τρόπο την επανάγνωση της σύγχρονης Ιστορίας της χώρας. Ποια ανάγκη σάς ωθεί σ' αυτό το ξανακοίταγμα της ιστορίας;
Θα έλεγα τα πολλά, αναπάντητα ερωτηματικά που μας έχει κληροδοτήσει, σε συνδυασμό με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που γεννά προβληματισμούς γύρω από το χθες. Νομίζω πως αυτή η γενιά ιστορικών ωριμάζει ως κομμάτι της νέας γενιάς συνολικά και επηρεάζεται άμεσα από πιεστικά ερωτήματα και προβληματισμούς του τώρα. Να το θέσω απλά, ζούμε σε εποχή οικονομικής κρίσης που παράλληλα είναι εποχή αμφισβήτησης ταυτοτήτων και αξιών. Είναι έντονη η τάση να στραφούμε στο πρόσφατο παρελθόν για να αναζητήσουμε τις απαρχές, ακόμα και τις αιτίες αυτής της "κακοδαιμονίας". Η αναζήτηση των σημείων επαφής ανάμεσα στο χθες και το σήμερα είναι μια γοητευτική πρόκληση, που δεν αφορά μόνο τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά όλη την κοινωνία. Και είναι ευτύχημα που οι ιστορικοί έχουν κατακτήσει τα τελευταία χρόνια μια δημόσια παρουσία.
* Αυτός ο τόμος αφιερώνεται στον Χάγκεν Φλάισερ. Ποια θεωρείτε ότι είναι η συμβολή του στην ελληνική ιστοριογραφία και ειδικά στο πεδίο της δεκαετίας του '40;
Στη Μεταπολίτευση είχαν παρατηρηθεί οι πρώτες εκδοτικές εκρήξεις. Από τη μια πλευρά απομνημονεύματα βετεράνων και πολιτικών προσώπων και από την άλλη, νέες έρευνες με βάση τα αρχεία που είχαν ανοίξει στο εξωτερικό. Ανάμεσά σ' αυτές τις έρευνες τότε ξεχώριζε η διατριβή του Χάγκεν Φλάισερ, την οποία είχε ξεκινήσει το 1970, σε καιρούς χαλεπούς και για τη μούσα της Ιστορίας, την Κλειώ: αρχεία κλειστά, λεηλατημένα, κατεστραμμένα, οι βιβλιοθήκες «εκκαθαρισμένες», η προφορική Ιστορία φιμωμένη. Η διατριβή αυτή των 1.001 σελίδων, που εκδόθηκε αργότερα στα γερμανικά και τα ελληνικά, θα θεμελίωνε την ιστοριογραφία του '40 σε στέρεα πλαίσια, μακριά από παραταξιακές ερμηνείες, αγιοποιήσεις και απολιθωμένους μύθους. Πρόκειται για το Στέμμα και Σβάστικα, ένα μνημειώδες έργο αναφοράς, που ξεχέρσωσε το πεδίο από τους μύθους και τις στρεβλώσεις της ψυχροπολεμικής ιστοριογραφίας, ενώ έφερε νέες παραμέτρους στη μελέτη της περιόδου. Έκτοτε, ο Φλάισερ, με νέες μελέτες και με το διδακτικό του έργο, αναμετρήθηκε με τη δεκαετία του '40 και τα "βαρίδια" της ανανεώνοντας τη ιστοριογραφία σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο. Αυτονόητη λοιπόν είναι η έκδοση αυτού του τόμου προς τιμήν του και χαρακτηριστικός ο τίτλος που επιλέχθηκε. Άλλωστε η προσωπική διαδρομή του Φλάισερ διατρέχει την ενηλικίωση της ελληνικής ιστοριογραφίας τα τελευταία σαράντα χρόνια.