Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: Ο Κώστας Σημίτης απέδειξε ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να είναι πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ο Κώστας -επάγγελμα ανιψιός- Καραμανλής και ο Γιώργος -επάγγελμα γιος- Παπανδρέου, απέδειξαν (με τραγικά αποτελέσματα) ότι το σύστημα στην Ελλάδα (και πολύ φοβάμαι σε ολόκληρη την Ευρώπη) μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς πρωθυπουργό. Ο Αντώνης Σαμαράς απέδειξε ότι το αξίωμα του πρωθυπουργού μπορεί να περιορισθεί έως εξαφανίσεως από το αίσθημα εγγενούς πολιτικής εθελοδουλίας. Και ο Αλέξης Τσίπρας αποδεικνύει ότι είναι πολύ, παρά πολύ δύσκολο να είσαι πρωθυπουργός της Ελλάδας και μάλιστα υπό τις τραγικές συνθήκες στις οποίες έχει έρθει η χώρα λόγω της πολιτικής που άσκησαν οι προαναφερθέντες πρωθυπουργοί.
Απατώνται λοιπόν όσοι νομίζουν ότι τούτο που προσπαθεί ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ., περνά απαρατήρητο και ανιεράρχητο από τον ελληνικό λαό. Απατώνται (που δεν απατώνται, απλώς νιώθουν το χώμα να τρίζει κάτω από τα πόδια τους) όσοι προβάλλουν το αποτέλεσμα της πρόσφατης θριαμβικής αρνήσεως του ελληνικού λαού με 61,3% στις άγριες προτάσεις των δανειστών ως αποτέλεσμα θυμικής αντιδράσεως των Ελλήνων. Απατώνται όσοι ελεεινολογούν τον Αλέξη Τσίπρα και την κυβέρνηση σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Βεβαίως, αυτό μας συμφέρει. Αυτή η περιφρονητική αντίληψη που έχουν για το λαό μας συμφέρει απολύτως. Αυτή η άγνοια για τις ιστορικές διεργασίες, αυτή η άγνοια για το πόσο μεγάλο «κουμάσι είναι η Ιστορία» κατά πώς λέει και ο μέγας Νίκος Καρούζος. Μας συμφέρει να νομίζουν ότι η σκληρή οθόνη της τηλεόρασης είναι το απόλυτο όπλο εναντίον της κοινής λαϊκής συνείδησης. Μας συμφέρει -και αποδείχτηκε περίτρανα- η χυδαιότητα και η βίαιη βλακεία με την οποία έδρασαν στο προ ημερών δημοψήφισμα, από το οποίο αδυνατούν να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα αλλά αντιθέτως κρώζουν δυνατότερα ως να μην έχει συμβεί κάτι.
Ωστόσο το πράγμα άλλαξε. Γι' αυτό λέω ότι μας συμφέρει η συμμοριτική συμπεριφορά εκείνων που νομίζουν ότι τίποτα δεν άλλαξε. Λέει ο Γιώργος Διαλεγμένος στο εξαίσιο έργο του Σε φιλώ στη μούρη, σε μια σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής, λέει συγκλονιστικά αυτό που νιώθει για τη σύντροφό του (κι ακόμα «ακούω» και «βλέπω μπροστά μου τον Λευτέρη Βογιατζή να το λέει): «Από τότε που σε γνώρισα άλλαξε η μελαγχολία μου». Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν. Ότι άλλαξε η μελαγχολία μας μ' αυτή την κυβέρνηση και αυτό τον πρωθυπουργό και -απερίφραστα λέω- με τον Γιάνη Βαρουφάκη, που ελπίζω ότι δεν θα πτοηθεί από αυτή την απομάκρυνση. Άλλαξε η μελαγχολία μας. Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν. Ότι είναι μεγάλο πράγμα να αλλάζει η μελαγχολία σου και να γέρνει ούτε καν προς την ελπίδα, αλλά να γέρνει σ' έναν διαφορετικό τρόπο αξιοπρέπειας, υπερηφάνειας και ιδιοπροσωπίας. Πώς να το πω; Σα να πιάνεις στασίδι στον καθ' όλου έρωτα για μια ζωή που την αξίζεις. Και από πάνω να φτερουγίζει ο Μπένγιαμιν («η ελπίδα έγινε για τους απελπισμένους») και ο Καρυωτάκης. Αυτό είναι αδύνατον να το καταλάβουν όσοι είναι μπερδεμένοι στα θορυβώδη τενεκεδάκια και στα «πολλά μαλάματα».
Τι να καταλάβει λόγου χάριν ο Κώστας Καραμανλής. Τέως πρωθυπουργός της Ελλάδας! Έξι χρόνια δεν μίλησε, παρ' ότι είχε την απόλυτη υποχρέωση. Χαρούμενος κι ωραίος παράγων εξελίξεων τάχα μου μιας μεγάλης δημοκρατικής παράταξης, καθότανε στα ορεινά της αίθουσας κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων κι έκανε «γιόγκα γέλιου» με τους παρακεντέδες του. Kαι δεν μιλούσε. Σαν τσιφλικάς που δεν χρωστάει τίποτα στους κολίγους. Έξι χρόνια σιωπής. Μάταια νύσταζαν έξω από την πόρτα του μεγαλείου Του κεκράκται, πωληταί ερμηνείας, έμποροι καπνίζουσας δάφνης, ερμηνευταί σιγής, οφιούχοι παυσίλυπης ανασημάνσεως των γεγονότων, γέροντες σωσίτριχου νεποτισμού, γητευταί αφυπνίσεως του ιερού παιδός, ταξιθέται αναμενόντων την επί της Ραφήνας ομιλία. Τώρα θα μιλήσει, ύστερα θα μιλήσει∙ τίποτα. Ο Κώστας -ανιψιός- Καραμανλής βογκούσε από σιωπή (;), από δυσπεψία (;), πράγμα εισέτι αδιερεύνητο. Μούγκα για τα συνταγματικά πραξικοπήματα. Μούγκα για τα κλεισίματα της Βουλής που έφεραν εξωδικαστικές αθωώσεις πιθανών ενόχων κατακλέψεως του ελληνικού κράτους και λαού. Τούτο όμως άλλαξε ενόψει δημοψηφίσματος. Ο ηγέτης αναδεύτηκε, πήρε πάνω του το παιχνίδι... και ρεύτηκε. Τούτο εξελήφθη ως Ναι. Πλην όμως ο λαός κατάλαβε το άναρθρο της παρεμβάσεως. Και αντέδρασε ορθώς. Διότι η μελαγχολία οξύνει τη ψυχή. Δηλαδή οξύνει την ικανότητα αλλαγής της. Γιατί, ξέρεις κάτι; Και η μελαγχολία μπορεί να γίνει επαναστατική. Αυτό δεν κατενόησαν, γι' αυτό ακόμα ουρλιάζουν. Και δεν θα σταματήσουν αν δεν τους σταματήσουμε με «λογισμό και μ' όνειρο». Με ποιήματα της γραφόμενης ζωής. Να, όπως αυτό που λέει ο αξέχαστος φίλος μου, εξαίσιος ποιητής Αργύρης Χιόνης και που το αφιερώνω σε όλους που λένε ότι το καράβι της Ελλάδας με αυτή την κυβέρνηση «πάει στα βράχια»:
«Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, / πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς. / Υπάρχουνε πολλοί που ναυάγησαν μέσα στο κουστούμι τους, / μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, / πολλοί που για πάντα τους σκέπασε / το πουπουλένιο πάπλωμά τους. / Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, / σ' ένα κουπάκι του καφέ, / σ' ένα κουταλάκι του γλυκού... / Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται, / ας είναι γλυκός και ανόνειρος. / Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει».
Αυτό το νοικοκυριό της ισχύος που κορυβαντιά ως «χαλκός ηχών και κύμβαλο αλλαλάζον». Χωρίς αγάπη. Ηττήθηκε. Γιατί δεν κατανόησε της πολιτική διάσταση της μελαγχολίας. Την οδυνηρή αγάπη για συνύπαρξη.
Κώστας Καναβούρης