Ανοιχτά ζητήματα σχετικά με την έκδοση και αναπαραγωγή του πλατωνικού έργου επιχειρεί να διασαφηνίσει το βιβλίο Διαχρονικά τεκμήρια της Πλατωνικής παράδοσης του ιστορικού Κωνσταντίνου Π. Στάικου (εκδ. Διάττων), το οποίο παρουσιάζεται αύριο στις 7.30 μ.μ. στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός (Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8) από τον ομότιμο καθηγητή του ΕΜΠ Θεοδόση Τάσιο και τον καθηγητή Φιλοσοφίας του ΑΠΘ Βασίλη Κάλφα.
Ο τόμος καταγράφει όλη την εκδοτική πορεία του πλατωνικού corpus από την εποχή της έκδοσης των διαλόγων από την Ακαδημία, τον 4ο π.Χ. αιώνα όταν ακόμα ο φιλόσοφος ζούσε, μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα κατά την εποχή της ύστερης Αναγέννησης, κυρίως στην Ιταλία, όπου είχε πλέον αρχίσει να ξαναδιαδίδεται η πλατωνική σκέψη στη Δύση.
"Το βιβλίο αποκαλύπτει μέχρι ποιο σημείο ο Πλάτων είναι πάντα παρών" τονίζει ο Κ. Στάικος. "Ανατρέχει στις ιδέες του όχι ώς ένα φιλοσοφικό εγχειρίδιο, αλλά ως μια συνοπτική ιστορία των πνευματικών ρευμάτων όλης αυτής της περιόδου, προκειμένου να δείξει ότι η απόκτηση της γνώσης είναι η μόνη ασφαλής οδός προς την κατάκτηση της αρετής".
Μέσα σε τριακόσιες σελίδες επιχειρείται ένα διαφορετικό χρονολόγιο της διδασκαλίας και της γραπτής παράδοσης του πλατωνικού έργου. "Επιδιώκουμε, καταρχήν, να αποδείξουμε την εκδοτική αναπαραγωγή των διαλόγων του Πλάτωνα στους χρόνους που ακολούθησαν από τον θάνατό του ως την απόκτησή τους από τους Πτολεμαίους στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και την κατάταξή τους σε τετραλογίες και τριλογίες" εξηγεί ο κ. Στάικος σημειώνοντας ότι: "Σκοπός μας είναι να διαγνώσουμε κατά πόσον η διάταξη αυτή είναι βασισμένη σε εσωτερικές θεματικές ενότητες των διαλόγων ή στηρίχθηκε στη σειρά με την οποία πρέπει να διαβάζει κανένας τους διαλόγους του Πλάτωνα σε επίπεδο φιλοσοφικής σχολής".
Η έρευνα του κ. Στάικου δείχνει ότι αυτή η κατάταξη σε τετραλογίες και τριλογίες "είναι αυθαίρετη, καθώς ούτε εσωτερική συνάφεια των διαλόγων υπάρχει ούτε κάποια τεκμηριωμένη απόδειξη ότι αποτελούσε τη βάση της σειράς μαθημάτων σε οποιαδήποτε φιλοσοφική σχολή".
Ωστόσο, όπως, σημειώνει ο γνωστός ιστορικός του βιβλίου, "την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η συστηματική αναπαραγωγή και διάδοση της πλατωνικής σκέψης στο πρωτότυπο συντελέστηκε με βάση τις τετραλογίες και τις τριλογίες που κατατάχθηκαν οι διάλογοι από τον Καλλίμαχο και τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο".
Πέραν όμως του συγκεκριμένου ζητήματος, το βιβλίο αναδεικνύει την πρόσληψη του πλατωνικού έργου, τις αποσιωπήσεις και τις παραφράσεις του, τον σχολιασμό και τον υπομνηματισμό του και εν τέλει την επανάκαμψή του την περίοδο της Αναγέννησης.
"Με την επικράτηση του χριστιανισμού τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή", εξηγεί ο κ. Στάικος, "τα συγγράμματα των πατέρων της Εκκλησίας κατά κανόνα θέτουν στο περιθώριο την πλατωνική σκέψη, όπως και το σύνολο σχεδόν της ελληνορωμαϊκής γραμματείας, καθώς πιστεύουν ακράδαντα ότι η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, όπως και οι επιστολές των αποστόλων, εμπεριέχουν τα πάντα που επιβάλλεται να γνωρίζει ο κάθε πιστός. Έτσι η πλατωνική σκέψη τόσο στο Βυζάντιο όσο και στον Δυτικό Μεσαίωνα επιβίωσε λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που έδειξαν οι Άραβες στοχαστές.
Φορείς της ανάδειξης της πλατωνικής σκέψης στη Δύση κατά την Αναγέννηση ήταν Έλληνες λόγιοι που κατέφυγαν στα διάφορα πνευματικά κέντρα της Ιταλίας, όπως ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Θεόδωρος Γαζής, ο Καρδινάλιος Βησσαρίων και βέβαια ο μέγας Πλήθων. Προϊόν της διδασκαλίας τους και της συγγραφικής τους δραστηριότητας ήταν η διαμόρφωση κατάλληλου κλίματος, ώστε από το 1462 να ιδρυθεί και λειτουργήσει στη Φλωρεντία μια νέα Ακαδημία του Πλάτωνα υπό την καθοδήγηση του οραματιστή Μαρσίλιο Φιτσίνο. Ο Φιτσίνο όχι μόνο κατέστησε την Ακαδημία απαραίτητο προσκύνημα κάθε Ιταλού και Ευρωπαίου ουμανιστή, αλλά είναι ο πρώτος που μετέγραψε στα λατινικά το σύνολο των διαλόγων του Πλάτωνα".
Πόλυ Κρημνιώτη