ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ
Αναζητώντας στοιχεία για την ιστορική διαδρομή της ελληνικής ταινίας στις αίθουσες και τα οικονομικά δεδομένα αυτής της πορείας, "σκόνταψα" σε ένα δημοσίευμα του περιοδικού "Κινηματογραφικός Αστήρ" της σεζόν 1954-1955 για την "Κάλπικη λίρα" του Γιώργου Τζαβέλλα, που είχε προβληθεί με "υπερτιμημένο" εισιτήριο -σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και διπλάσιο του κανονικού, με πρόσχημα τη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας, αλλά προφανώς λόγω του ότι ήταν ένα "προϊόν" με μεγάλη ζήτηση: "Η πρώτη προβολή της εν Αθήναις έκλεισε με 210 χιλ. περίπου εισιτήρια. Εν συνεχεία προεβλήθη στο 'Ίρις' και απέδωσεν επί τέσσαρας συνεχείς εβδομάδας 34.000 εισιτήρια με τιμήν 10 δρχ. αντί της συνήθους των 5 δρχ. Εις το "Παλλάς" του Πειραιώς εσημείωσεν 48.836 εισιτήρια. Επίσης με ηυξημένον εισιτήριον προεβλήθη εις τους κινηματογράφους 'Ατθίς' Αθηνών, 'Βαλκάνια' Πειραιώς, 'Ορφεύς' Κοκκινιάς, πραγματοποιήσασα διπλάσια των συνήθων εισιτήρια. Καταπληκτική ήτο επίσης η επιτυχία εις Θεσσαλονίκην όπου προεβλήθη δια 4ην εβδομάδα εις τα "Ηλύσια" με υπερτιμημένον εισιτήριον...".
Στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, παρουσιάστηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου η οικονομική μελέτη την οποία είχε αναθέσει στο Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), προκειμένου να αποτυπωθούν οι πολλαπλασιαστικές δυνατότητες της κινηματογραφικής παραγωγής στην οικονομική ανάπτυξη. Χωρίς να υπολογίζονται οι θετικές επιδράσεις σε όρους διεθνούς προβολής της χώρας ή προσέλκυσης τουρισμού, εκτιμάται ότι η δαπάνη για μια κινηματογραφική παραγωγή αποδίδει σχεδόν διπλάσιο ποσό ως προς την αύξηση του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα βασικά πορίσματα της μελέτης, η παραγωγή 20 ελληνικών ταινιών ετησίως με ένα μέσο προϋπολογισμό της τάξης των 450 χιλ. ευρώ οδηγεί σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 14,2 εκατ. ευρώ. Αν συνυπολογιστεί η συνεισφορά του ευρύτερου κλάδου οπτικοακουστικής παραγωγής, τότε η αύξηση ανέρχεται σε 686 εκατ. ευρώ. Σε όρους απασχόλησης, η συνολική επίδραση εκτιμάται ότι ξεπερνά τις 12 χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Σήμερα, η κρίση έχει υπονομεύσει δραματικά την προσέλευση των θεατών στις κινηματογραφικές αίθουσες. Σε σύγκριση με το 2008 καταγράφεται μείωση της τάξης του 50%, χάθηκαν δηλαδή οι μισοί θεατές.
Κόντρα στην ανυπαρξία ουσιαστικής στήριξης από την πολιτεία, που φαίνεται να αναζητεί τον πολιτισμό μονάχα σε ανασκαφές, ο ελληνικός κινηματογράφος εξακολουθεί να αποσπά εγκωμιαστικά σχόλια, κυρίως στο εξωτερικό, όπου και να προβάλλεται, χάρη στη δουλειά μοναχικών -όσο ποτέ άλλοτε- νέων δημιουργών: "Διασκεδαστικός, στρυφνός, ανορθόδοξος, με όραμα, ασυμβίβαστος και ακραία ιδιόμορφος" -έτσι περιγράφει τον νέο ελληνικό κινηματογράφο, η Γερμανίδα Μπριγκίτε Κέλερ, καλλιτεχνική διευθύντρια του Arsenal (Ινστιτούτο για τον κινηματογράφο και την video art) στο Βερολίνο, διοργανώτρια ενός μεγάλου αφιερώματος στο ελληνικό κινηματογραφικό "νέο κύμα". Και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, Ντίτερ Κόσλικ, που έχει φιλοξενήσει κατ` επανάληψη ελληνικές ταινίες τα τελευταία χρόνια, μιλά για το "υψηλό διεθνές προφίλ των πρόσφατων ελληνικών ταινιών", και την "τάση του ελληνικού νέου κύματος να χειρίζεται θέματα που αντανακλούν την πραγματική κοινωνική και οικονομική κρίση της Ελλάδας με έναν καλλιτεχνικό τρόπο που πείθει".
Όμως, παρά τα διεθνή βραβεία, που συνοδεύονται από εγκωμιαστικά σχόλια, στην πατρίδα τους οι ελληνικές ταινίες μετά βίας βρίσκουν "ζωτικό χώρο", είτε εξαιτίας της ανυπαρξίας κινηματογραφικής πολιτικής, είτε λόγω της δυσπιστίας των ίδιων των θεατών, είτε (πιο πρόσφατα) ως αποτέλεσμα των σπασμωδικών κινήσεων των κινηματογραφικών διανομέων, που βγάζουν πάνω από 300 ταινίες τον χρόνο, σχεδόν δέκα την εβδομάδα, συμπιέζοντας ακόμη περισσότερο την παρουσία της ελληνικής παραγωγής. Χαρακτηρισικό παράδειγμα των "δυσλειτουργιών", για να χρησιμοποιήσω έναν επιεική όρο, είναι η αντιμετώπιση της πρώτης ταινίας του Αλέξανδρου Αβρανά, του σκηνοθέτη που θριάμβευσε στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 2013 με το «Miss Violence»: Είχε πρωτοεμφανιστεί στον κινηματογράφο μας με το «Without», το 2008, κερδίζοντας επτά κρατικά βραβεία στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, η πολυβραβευμένη αυτή ταινία δεν βγήκε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες! Εάν αυτές οι βαθύτερες παθογένειες του υποτιθέμενου «συστήματος» του κινηματογράφου μας δεν αντιμετωπιστούν με έναν στοιχειώδη σχεδιασμό, πώς μπορούμε να προσδοκούμε «καλύτερες μέρες»;
Στη λίστα με τις ελληνικές ταινίες που έκοψαν τα περισσότερα εισιτήρια το 2014, την πρώτη θέση κατέχει το «Πέμπτη και 12» του Θανάση Τσαλταμπάση με 118.600 εισιτήρια, ενώ στη δεύτερη βρίσκεται η «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη με 107.360 εισιτήρια (η οποία όμως είχε ξεκινήσει να προβάλλεται το 2013, και αθροίζοντας τα εισιτήρια των δύο χρόνων, φτάνουμε κοντά στις 500.000). "Το μικρό ψάρι" του Γιάννη Οικονομίδη, που συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Βερολίνου, βρίσκεται στην πέμπτη θέση με 16.105 εισιτήρια, ακολουθεί το "Xenia" του Πάνου Χ. Κούτρα (που είχε επιλεγεί για το πρόγραμμα "Ένα κάποιο βλέμμα" του Φεστιβάλ των Καννών) με 15.278 εισιτήρια. Στην ενδέκατη θέση της λίστας βρίσκεται η «Έκρηξη» του Σύλλα Τζουμέρκα με 3.835 εισιτήρια, ενώ ακολουθούν το ντοκιμαντέρ «Μαραθώνιος μιας ημιτελούς άνοιξης - Γρηγόρης Λαμπράκης» του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου με 2.209 εισιτήρια και η «Λιμουζίνα» του Νίκου Παναγιωτόπουλου με μόλις 2.169 εισιτήρια.