Τη δημοσιογραφία οριοθετεί από την κριτική και η μεθοδολογία της επιδίωξης και της επίτευξης της κοινωνικής αναφοράς, την οποία οφείλει να έχει πάντοτε προ οφθαλμών ο κριτικός, και η οποία διαφέρει πλήρως από τη δημοσιογραφική προσέγγιση: ενώ δηλαδή ο δημοσιογράφος ζει σε μια διαρκή συναναστροφή με τους παραγωγούς της ύλης του, ως το βασικό μέσον προκειμένου να προκύψει η ύλη αυτή, δηλαδή η ειδησεογραφία, ο κριτικός οφείλει να τηρεί όρους μετρημένης κοινωνικής έκθεσης απέναντι στους καλλιτέχνες και δημιουργούς, ώστε να συντηρεί όχι μόνο την απαραίτητη έλλειψη επηρεασμού του βιώματος και, επέκεινα αυτού, της κρίσης του, αλλά και προκειμένου να πιστοποιεί, και με τον τρόπο αυτό, έναντι των ομοτέχνων τους και παντός τρίτου την αμεροληψία του, η οποία, ασχέτως προθέσεών του, σε αντίθετη περίπτωση, υπονομεύεται καθοριστικά.
Η παράμετρος αυτή, ίσως, συμβάλλει στην εξήγηση γιατί στην Ελλάδα ανέκαθεν η ιδιότητα του κριτικού δεν συμβάδιζε απαραιτήτως με εκείνη του δημοσιογράφου, ενώ ως κριτικοί δραστηριοποιούνται επιστήμονες διαφόρων κατηγοριών, ιδίως δε νομικοί, αρκετοί των οποίων διακονούν την κριτική άνευ οιασδήποτε οικονομικής απολαβής, στην καλύτερη περίπτωση διασφαλίζοντας ως αντιστάθμισμα την ανεξαρτησία γνώμης του μαχόμενου κριτικού. Ανέκαθεν, ασφαλώς, ο κριτικός όφειλε να διαθέτει το ψυχικό σθένος να γίνεται δυσάρεστος, χωρίς την απώλεια ανοχής του εντύπου του. Μια ανοχή, παρεμπιπτόντως, προϊόντος του χρόνου όλο και λιγότερο δεδομένη, καθώς υποχωρεί ο αστικός κώδικας αξιών της κοινωνικής συμβίωσης, βάσει του οποίου η κριτική προέκυψε ως είδος. Ως αποτέλεσμα αυτού, ο κριτικός σχολιασμός στο σύνολό του υποχωρεί σταδιακά, όχι μόνον της μουσικής και του χορού, αλλά ακόμη και εκείνος του θεάτρου, αν και ο τελευταίος ανέκαθεν ετύγχανε ιδιαίτερης μεταχειρίσεως από τα έντυπα.
Η αναφορά σε κριτικούς με νομική επαγγελματική ιδιότητα είναι, πάντως, αξιοποιήσιμη για την επισήμανση ενός ακόμη δομικού στοιχείου της κριτικής με τεράστια επιρροή στην κοινωνική αναφορά της, αναφορά κατ' εξοχήν διαλεκτική. Ως διαδικασία η κριτική παρουσιάζει αξιοσημείωτες ομοιότητες με δικαστική απόφαση. Και τούτο διότι, όπως και η δικαστική απόφαση, έτσι και η κριτική αποτίμηση εμπεριέχει συλλογιστικό ειρμό και μια βάσει αυτού συμπερασματική ετυμηγορία, από την ποιότητα, τη βασιμότητα και την αλληλουχία των οποίων εξαρτάται η κοινωνικά κρίσιμη αναφορά αμφοτέρων -της κριτικής και της δικαστικής απόφασης- προς μια κοινή πλατωνική ιδέα αναφοράς τους, τη δικαιοσύνη. Όπως και στα νομικά δηλαδή, ο συλλογιστικός ειρμός μιας κριτικής περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα του δικανικού συλλογισμού: ως μείζονα πρόταση τους όρους τέχνης, τους νόμους τέχνης ακριβέστερα, (πρβλ. το λατινικό αρχέτυπο de lege artis), ως ελάσσονα πρόταση την περιγραφή της κρινόμενης καλλιτεχνικής περίστασης, ακολούθως την υπαγωγή - σχέση της προς τα de lege artis ισχύοντα και, τέλος, τη στοιχειοθετημένη απόφανση. Η απόφανση αυτή δεν αποτελεί εκδήλωση προσωπικής αρέσκειας του συντάκτη, κατά τεκμήριο αδιάφορης ως αυθαίρετης, αλλά διατύπωση τεκμηριωμένης, κατά το δυνατόν, απόψεως στο επίπεδο ενός νοερού διαλόγου με μιαν απροσδιόριστη ομάδα ειδημόνων και λαϊκών συνομιλητών, ακριβώς επειδή ακολουθεί την περιγραφείσα συλλογιστική διαδικασία. Η κάθε κριτική, εκπληρώνοντας τους όρους αυτούς, οφείλει να αποτελεί εν τέλει διαρκή και ανοιχτή πρόταση διαλόγου προς τους όποιους αποδέκτες της.
Η -παραπλήσια προς τη δικαστική απόφαση- υφή της κριτικής προσλαμβάνει κεφαλαιώδη σημασία, επειδή συναρτάται με την ευθυκρισία, που οφείλει να εκπέμπει ο κριτικός ως αναγκαία συνθήκη αξιοπιστίας, με όρους παρόντος αλλά και με όρους διαχρονικούς, με την ετοιμότητα δηλαδή της υποβολής του στην κρίση της ιστορίας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η επιδίωξη της ευθυκρισίας, και όχι πρωτίστως η όποια συνδικαλιστική επιδίωξη, αποτελούσε ανέκαθεν τον βασικό λόγο συλλογικής σύμπραξης των Ελλήνων κριτικών Θεάτρου και Μουσικής. Και αυτή ακριβώς η προτεραιότητα είναι, προφανώς, που υπαγόρευσε τη ρητή κατοχύρωση και διακήρυξη του χαρακτήρα της κριτικής ως λειτουργήματος, όπως αυτός εξαγγέλλεται πανηγυρικά στο άρθρο 2 του Καταστατικού της Ένωσης έως σήμερα. Είναι χαρακτηριστική, για την περιγραφή του σκοπού του Σωματείου, η δαπάνη 2 εκτενών εδαφίων για την αναφορά στην επιδίωξη «της υψηλής ποιοτικής στάθμης», στην εξασφάλιση «του αναγκαίου διά την άσκησιν αυτής κύρους», στην αναγνώριση «εις την κριτικήν της ανηκούσης εις αυτήν τιμητικής θέσεως», στην τήρηση «αυστηράς δεοντολογίας κατά την άσκησιν του λειτουργήματος, εις τρόπον ώστε να επιβάλλεται τούτο εις την κοινήν εκτίμησιν»…
* Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι τ. συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, κριτικός μουσικής και, από το 2005, πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.