Η ροή των πραγμάτων το επέβαλε ώστε το κείμενο αυτό να δημοσιεύεται 4 μήνες μετά το σχολιαζόμενο καλλιτεχνικό γεγονός, ευτυχώς στον απόηχο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, δηλαδή σε ατμόσφαιρα αντίστοιχης κατάνυξης με εκείνην της Μεγάλης Δευτέρας 14 Απριλίου, οπότε και παρουσιάσθηκε στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του εσχάτως πολύπαθου Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Ο λόγος για τα «Πάθη κατά Ιωάννην» (Passio secundum Johannem, BWV 245) του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, επίκεντρο του κύκλου εκδηλώσεων υπό τον γενικό τίτλο «Adagio», με τις οποίες το «concert hall» της πρωτεύουσας τίμησε τις ημέρες της κορυφαίας γιορτής της ορθόδοξης χριστιανοσύνης. Οι έμπειροι αναγνώστες μας αντιλαμβάνονται ήδη ότι η στήλη θεωρεί ως άρρηκτη τη σχέση της θρησκευτικότητας με μεγάλο μέρος της μουσικής δημιουργίας του σπουδαιότερου των Μπαχ.
Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, και χωρίς προκαταλήψεις κοσμοθεωρητικού χαρακτήρα, καταγράφουμε την εμπειρία μας από την αυξημένη απήχηση, ακόμη και σε πραγματιστές νεανίες της εποχής, εκτελέσεων που ανατρέχουν σε αυτήν την ερμηνευτική αφετηρία έναντι άλλων που, στο όνομα συνήθως μιας τεχνικά «αυθεντικής» πραγμάτωσής τους, αντιλαμβάνονται τα έργα αυτά ως συλλογές κινήσεων εξαντλούμενων σε αγωγικές εναλλαγές χορευτικού ή ρυθμικού χαρακτήρα. Στη δική μας αντίληψη η δημιουργική προσωπικότητα του Μπαχ της Λειψίας είναι αδιαχώριστη από τα μεγάλα προτάγματα στα οποία αφιερώθηκε, με πρώτο τη λατρεία του Θεού που υπηρέτησε ως κάντορας και η οποία δίκαια τού έχει αποδώσει το προσωνύμιο του «πέμπτου ευαγγελιστή».
Δεν γνωρίζουμε τις σχετικές απόψεις του διακεκριμένου τσεμπαλίστα Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, αλλά η παρουσία του στο πόντιουμ της «Καμεράτα - Ορχήστρας Φίλων της Μουσικής» το βράδυ εκείνο μας αιφνιδίασε ήδη από το εισαγωγικό χορωδιακό. Ασφαλώς ο εντυπωσιασμός μας οριοθετήθηκε από την απόσταση μεταξύ των προθέσεων του Χρυσικόπουλου ως αρχιμουσικού και της εντέλει πραγμάτωσής τους. Μολαταύτα, η ηθελημένα (;) ακατέργαστη και θυμωμένη έκρηξη των λαϊκών επικλήσεων στον Κύριο (Herr, unser Herrscher), ενισχυμένη από τη σχεδόν παράτονη οιμωγή των ξύλινων, μέσα από ένα τέμπο υπερταχύ και σπασμωδικό, δημιουργούσε ένα μοναδικό συγκλονισμό απελπισίας που διεκδικούσε απαιτητικά την προσοχή του θεατή, έστω και αν ο αντίκτυπός της θα πολλαπλασιαζόταν σε χώρο περισσότερο αντίστοιχο προς τις ολιγομελείς δυνάμεις που επιστρατεύθηκαν, ανάλογες προφανώς εκείνων που διέθετε ο Μπαχ, σε εκκλησιαστική όμως ακουστική. Ο ίδιος ο Χρυσικόπουλος διαχειρίσθηκε από το τσέμπαλο τόσο τη διεύθυνση όσο και τη συνοδεία των ρετσιτατίβων, με εξάρχοντα εκείνα του Ευαγγελιστή ως πραγματικού πολεμικού ανταποκριτή μιας κορυφαίας τραγωδίας.
Στο μέρος αυτό, με τις δυσθεώρητες απαιτήσεις εναργούς εξιστόρησης (παρεμπιπτόντως το μόνο, μαζί με εκείνο των «Κατά Ματθαίον», μεγάλο τενόρου που εξαντλείται σε ρετσιτατίβο!), κορυφαίος αναδείχθηκε ο Άγγλος Jason Darnell, όχι τυχαία απόφοιτος της Σχολής Britten - Pears, που έχουν ηχογραφήσει αξιομνημόνευτα το έργο. Την πλούσια και ευεπίφορη σε αποχρώσεις φωνή του αξιοποίησε ευρηματικά στην υπηρεσία μιας αφήγησης ζωηρής και φωτοσκιασμένης. Εξαιρετική υπήρξε και η συμβολή του βαθυφώνου Πέτρου Μαγουλά, που χάρισε στο μέρος του Χριστού και στις άριες του μπάσου το φωτοστέφανο της θερμής και κλασικά εστιασμένης τονικής πληρότητας ενός εύηχου basso cantante.
Από τους καλλιτέχνες των αριών ξεχωρίζουμε τον εβένινο ήχο και τη διαυγή άρθρωση της εκλεκτής μεσοφώνου Μαίρης - Έλεν Νέζη: αν και η προβολή της φωνής στην αδηφάγο αίθουσα υπελείπετο στην άρια «Von den Stricken meiner Sünden», η Νέζη χάρισε ένα βαθυβίωτο «Τετέλεσται» (Es ist vollbracht!), επιτέλους σε ευρύ και στοχαστικό τέμπο και με την εκφραστική σύμπραξη του Αli Basegmezler στη βιόλα ντα γκάμπα (η τεράστια παύση, ωστόσο, πριν από την είσοδο του ενδιάμεσου μέρους της άριας αποδυνάμωσε το στοιχείο της έκπληξης).
Η προστιθέμενη αξία των «αυθεντικών» οργάνων αποκαλύφθηκε σε στιγμές όπως η άρια της σοπράνο «Ich folge Dir gleichfalls», όπου το κρυστάλλινο ηχόχρωμα της Μυρσίνης Μαργαρίτη πλαισιωνόταν σε ευπρόσδεκτα ποιμενικό ύφος, ενώ η ίδια έλαμψε σεραφικά και στη δωρικής λιτότητας άρια αναγγελίας θανάτου του Ιησού. Ευπρόσδεκτο υπήρξε, εξάλλου, και το ηχοχρωματικό κοντράστ του Ευαγγελιστή με τον τενόρο Βασίλη Καβάγια στις άριες, με την εξ αυτών «Erwaege» να βρίσκει πάντως τον νεαρό καλλιτέχνη, σε σχέση με άλλες που προηγήθηκαν, σε περισσότερη αρμονία με την εκτεθειμένη tessitura του Ροσίνι που σήμερα υπηρετεί.
Αν και η «Καμεράτα» συχνά δεν κατόρθωνε να ακολουθήσει με ακρίβεια τις νευρικές ταχύτητες του Χρυσικόπουλου, ωστόσο το συνολικό αποτέλεσμα λειτούργησε με μιαν αίσθηση αμεσότητας και φρεσκάδας που ανανέωσε την πεποίθησή μας για το μέγεθος της σύλληψης και τις ερμηνευτικές ευκαιρίες που προσφέρουν έργα αυτού του καλλιτεχνικού και βιωματικού μεγέθους. Δεν είναι και λίγο!