της Λήδας Καζαντζάκη
Η Ελλάδα διαθέτει, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μια θλιβερή πρωτοτυπία. Οι πινακοθήκες της παραμένουν κατά κανόνα κλειστές στους νέους, μη καταξιωμένους δημιουργούς.
Διαδηλώνεται έτσι η ατολμία των διευθυντών ή διευθυντριών τους να εκθέσουν και να εκτεθούν σε μια αισθητική πρόταση που δεν έχει ακόμα καθιερωθεί, όσο σημαντική κι αν μπορεί να είναι αυτή.
Θυμάμαι την έκπληξη που ένιωσα το 2008, όταν έμαθα ότι η Πινακοθήκη του Αμβούργου διέθετε στις μόνιμες συλλογές της έργο ενός νέου Έλληνα ζωγράφου που ζει τα τελευταία χρόνια εκεί και είχε αποφοιτήσει από το εργαστήριο ζωγραφικής του Χρόνη Μπότσογλου στα τέλη της δεκαετίας του '90.
Οι πινακοθήκες μας μοιάζουν με τα παλαιότερα βιβλία της Ιστορίας που τελείωνε με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την εποποιία του '40. Σβήνουν μέσα στη σιωπή και στην αποσιώπηση τα νωπά ακόμη τραύματα του Εμφυλίου και της διχασμένης μεταπολεμικής, νεότερης Ελλάδας.
Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Σ' αυτές συγκαταλέγεται η Πινακοθήκη Βογιατζόγλου στη Νέα Ιωνία που ίδρυσε ο αρχιτέκτονας και συλλέκτης έργων τέχνης Γιώργος Ν. Βογιατζόγλου, παιδί προσφύγων από τη Μικρά Ασία.
Το άνοιγμά της πριν από ενάμιση χρόνο με την έκθεση του 37χρονου εικαστικού καλλιτέχνη Αλέκου Κυραρίνη σηματοδοτεί και το άνοιγμά της σε νέους δημιουργούς.
Το έργο του Κυραρίνη συνδέει τα πλασμένα μέσα στη βυζαντινή αγιογραφία πρόσωπα με τα λαϊκά κεντήματα, τα πρωτόγονα ειδώλια και τις ακατέργαστες φιγούρες της μοντέρνας τέχνης. Προτείνει μια ζύμωση που προϋποθέτει την κατανόηση αλλά και την όσμωση διάφορων τεχνοτροπιών.
Ο Αλέκος Κυραρίνης προετοιμάζει έτσι το έδαφος για την έκθεση που ακολουθεί και φέρει τον ενδεικτικό, ίσως και κάπως επιθετικό τίτλο «Σήμερα, η ζωγραφική». Επιμελητές της είναι η διευθύντρια της Πινακοθήκης Ελένη Κυπραίου και ο συλλέκτης Χρίστος Χριστοφής.
Στην έκθεση, που διήρκεσε μέχρι τις 12 Ιουλίου, 25 νέοι δημιουργοί, συμπεριλαμβανομένου και του Κυραρίνη, πρόβαλλαν μέσα από τη δουλειά τους ένα ζωντανό και πολυεδρικό καλειδοσκόπιο με το οποίο ο υποψιασμένος και μη υποψιασμένος θεατής μπορεί να εντοπίσει τις δικές του προσωπικές αναφορές επί του πραγματικού.
Εδώ θέλω να κάνω μία επισήμανση. Θεωρώ τον όρο «γενιά του 2000», που χρησιμοποιήθηκε από τους επιμελητές παρακινδυνευμένο και λίγο πρόωρα διατυπωμένο. Δεν γνωρίζω αν οι καλλιτέχνες που γεννήθηκαν τις δεκαετίες του '70 και του '80 συνιστούν μια γενιά, πόσο μάλλον διαμορφώνουν την αισθητική μιας γενιάς. Εδώ θα πρότεινα τον όρο «γενιά σε αναζήτηση» και ίσως μια συζήτηση αναφορικά με το ζήτημα αυτό στους χώρους της πινακοθήκης.
Τα έργα τους πάντως δείχνουν τις ρίζες τους στις ονειρικές και απτές εικόνες του σουρεαλισμού και του φωτορεαλισμού, στα άγρια και παρορμητικά γραμμένα προσωπεία της αρ μπρουτ, στις γραμμικές συνθέσεις της οπ αρτ, στα χρώματα και τις σχηματοποιημένες μορφές της ποπ αρτ και της τέχνης του γκράφιτι, στην πυκνή και αφαιρετική υφή της γραφής.
Είναι μια προσπάθεια που συνάδει με τα ποικίλα συλλογικά εγχειρήματα της προβολής του νέου, κατακερματισμένου, αλλά ζωντανού και αληθινού προσώπου της τέχνης και της κοινωνίας που διαπλάθεται σήμερα στην Ελλάδα. Είναι μια ανοιχτή και γι' αυτό γόνιμη αισθητική πρόταση που θα μπορούσε να συμβάλει στην εδραίωση του νέου, κατακερματισμένου, αλλά ζωντανού και αληθινού προσώπου της τέχνης στην πραγματική κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκε.