Η Κοιμωμένη ξύπνησε της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου είναι η σύγχρονη θεατρική εκδοχή που εκκινεί από το κλασικό παραμύθι της "Ωραίας Κοιμωμένης", αλλά συγχρόνως αναδεικνύει μέσα από τη θεατρική γλώσσα τις ψυχολογικές και κοινωνιολογικές προεκτάσεις της ιστορίας σε αντιστοιχία με τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Η Κοιμωμένη ξύπνησε έχει όλα όσα χαρακτηρίζουν τα κλασικά παραμύθια: νεράιδες, βασιλιάδες και βασίλισσες, επίδοξους μνηστήρες, μάγια και ξόρκια, παλάτια και πριγκιπόπουλα. Έχει όμως και όλα όσα συγκροτούν την αστική καθημερινότητα την οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν μικροί, μεγάλοι, αιωνίως ανήλικοι και επίδοξοι ενήλικοι. Κυκλοφοριακό χάος, υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα, εφηβικές παρέες, γονείς σε κρίση, νέοι που προσπαθούν να διαμορφώσουν ταυτότητα, να εισέλθουν στην αγορά εργασίας αλλά και να ερωτευτούν, μεγαλύτεροι που χρειάζεται να ανασυντάξουν τη ζωή τους. Η ελληνική διασκευή απευθύνεται στα παιδιά και στους έφηβους με χιούμορ, προσεγμένη γλώσσα και οξυδέρκεια. Δεν ωραιοποιεί, αλλά ούτε απομυθοποιεί, συγκινεί, αλλά δεν εγκλωβίζεται σε περιττούς αισθηματισμούς.
Τη φετινή, θερινή εκδοχή της θεατρικής Κοιμωμένης σκηνοθετεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος για το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Μαζί του συνεργάζεται μια σφιχτοδεμένη ομάδα ηθοποιών που αναλαμβάνει να ενσαρκώσει τους χαρακτήρες της ιστορίας με ιδιαίτερη ζωντάνια και ευφυΐα. Η Αμαλία Αρσένη προσεγγίζει τον ρόλο της Κοιμωμένης με ευαισθησία και γλυκύτητα, η Φωτεινή Τιμοθέου δίνει μια αστεία εκδοχή της νεράιδας που έχει καλές προθέσεις, αλλά τα αποτελέσματα των πράξεών της είναι αμφίβολα, ενώ η Ευαγγελία Συριοπούλου και η Ανθή Ευστρατιάδου έχουν καλή παρουσία, με πολύ καλή άρθρωση του λόγου.
Ο Σταύρος Σβήγκος, ως βασιλικός ακόλουθος, κινείται στη σκηνή με πολύ καλό έλεγχο του σώματος, δίνοντας τον απαραίτητο χιουμοριστικό τόνο που θα αγαπήσουν τα παιδιά, ενώ σαν μοντέρνο πριγκιπόπουλο η ερμηνεία του ταιριάζει στην αιδημοσύνη που συχνά δείχνουν οι έφηβοι.
Ο Χρήστος Πίτσας θα αγαπηθεί από το παιδικό κοινό γιατί ερμηνεύει τους ρόλους του (πρίγκιπας ξάδερφος και έφηβος) με αυθορμητισμό και χωρίς ανασχέσεις. Ωστόσο, αυτός που κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση είναι ο Ορέστης Τζιόβας (βασιλιάς και γιατρός), η ερμηνεία του οποίου, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο μέρος της παράστασης, λειτουργεί ως κεντρικός ερμηνευτικός άξονας.
Ο Τζιόβας, σε μια παράσταση για δύσκολο κοινό (μια και οι έφηβοι είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο ιδιόρρυθμη και αυστηρή, στην κριτική της, ηλικιακή ομάδα κοινού), δείχνει ότι μπορεί να ερμηνεύσει μια ευρεία γκάμα ρόλων, ελέγχοντας συναισθήματα και κινήσεις (επιμέλεια κίνησης: Ξένια Θεμελή), παίζοντας δυνατά ακόμα κι όταν δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο μιας σκηνής. Ουσιαστικά δίνει τον τόνο στην παράσταση και "δένει" την ομάδα.
Ο Θεοδωρόπουλος σέβεται το κείμενο της Καλογεροπούλου και του Μοσχόπουλου, ανεβάζει τους ερμηνευτικούς ρυθμούς και καταμερίζει τα ερμηνευτικά βάρη με τέτοιο τρόπο ώστε το δεύτερο μέρος της παράστασης -που εκτυλίσσεται στη δική μας πραγματικότητα, αλλά έχει κάπως μακρά διάρκεια- να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών. Το σκηνικό (σκηνικά - κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ), που θυμίζει τουβλάκια τύπου Lego, είναι ευέλικτο και αναδομείται στη διάρκεια της παράστασης ανάλογα με τον διηγητικό χώρο που υπαγορεύεται από τις ομιλιακές πράξεις των ηθοποιών. Τα κοστούμια στο πρώτο μέρος ικανοποιούν την παραμυθιακή αύρα. Στο δεύτερο - σύγχρονο μέρος φαίνεται να μη λειτουργούν τόσο καλά. Η μόδα του δρόμου (street wear) σαν να δυσκολεύει την ενδυματολόγο, κυρίως σε ό,τι αφορά τον τρόπο που συνδυάζει τα σύγχρονα κοστούμια με τις υπάρχουσες χρωματικές γκάμες του ηγεμονεύοντος σκηνικού, αλλά και τα εννοιολογικά φορτία των ρόλων.
Η καλοκαιρινή Κοιμωμένη ξυπνάει κάθε μέρα και σε άλλο τόπο. Αν την αναζητήσετε, είναι σίγουρο ότι θα την αγαπήσετε.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υπ. διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ