Το φορολογικό σύστημα είναι ένα από τα κεντρικά ζητήματα πολιτικής αντιπαράθεσης. Σήμερα είναι ακόμη πιο σημαντικό εξαιτίας της άδικης φορολογίας που καταβάλλουν οι Έλληνες. Αν το φορολογικό σύστημα είναι προοδευτικό, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης, αναδιανομής και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Αν όμως είναι νεοφιλελεύθερο, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αύξησης των κερδών και διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Ο Σαμαράς, ανακοινώνοντας χθες το νέο -υποτίθεται- αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας, είπε ότι ο φόρος των κερδών θα πέσει στο 15%, από 23% που είναι σήμερα, ενώ ο φόρος εισοδήματος στο 36%, από 42% που είναι σήμερα. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αν υλοποιηθούν οι προεκλογικές εξαγγελίες Σαμαρά, η Ελλάδα θα έχει τον μικρότερο συντελεστή φορολογίας κεφαλαίου της Ευρωζώνης, με εξαίρεση την ειδική περίπτωση της "κέλτικης τίγρης", ενώ αντιθέτως θα συνεχίσει να φορολογεί υψηλά, και πάντως σχεδόν διπλάσια από το κεφάλαιο, τα εισοδήματα.
Σταθερή εμμονή των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων είναι ότι με τη μείωση των φόρων στο κεφάλαιο θα τονωθεί η ανάπτυξη και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Μια ενδιαφέρουσα απάντηση σε αυτήν την εμμονή μπορεί να δοθεί από τα μέσα, από έναν άνθρωπο του συστήματος όπως ο μεγαλοεπενδυτής Ουόρεν Μπάφετ.
Πριν από περίπου τρία χρόνια, μεσούσης της κρίσης στις ΗΠΑ, ο Μπάφετ, με ένα άρθρο τους στους Τimes της Νέας Υόρκης, είχε αναρωτηθεί πώς γίνεται οι πολιτικοί ηγέτες να παρακάμπτουν τον ίδιο, ενώ ζητούν θυσίες από τους πολίτες. Με ισχυρή δόση αυτοσαρκασμού, υποστήριζε: "Εμένα με παρέκαμψαν και, όταν ρώτησα τους πάμπλουτους φίλους μου, είδα ότι έμειναν και εκείνοι ανέγγιχτοι". Πώς τον παρέκαμψαν; Ο ίδιος, ως επενδυτής, πλήρωσε για φόρους το 17% των εισοδημάτων του, ενώ οι υπάλληλοί του, ως εργαζόμενοι, το 36%!
Ανεξαρτήτως των κινήτρων του, ο Μπάφετ, στο άρθρο του εκείνο, είχε ξεγυμνώνει μία από τις αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Όταν το χρήμα γεννά νέο χρήμα, φορολογείται λιγότερο από το χρήμα που προέρχεται από την εργασία.
Τα ζόμπι του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και πολλοί διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ισχυρίζονται ότι οι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές του κεφαλαίου είναι αναγκαίοι προκειμένου να κινηθεί η οικονομία και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Αυτό, όμως, θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να ισχύει, αν και εφόσον τα κέρδη επανεπενδύονται και δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Δεν πρόκειται, όμως, περί αυτού. Ο συντελεστής 15% αφορά τα κέρδη γενικώς και όχι αυτά που επανεπενδύονται.
Ας θυμηθούμε, όμως, την απάντηση που έδωσε σε αυτή την αντίληψη ο ίδιος ο Μπάφετ. Αντέτεινε, λοιπόν, ότι όταν οι φόροι επί των κεφαλαιακών κερδών ήταν 40% στις ΗΠΑ, όχι μόνο δεν μειώθηκαν οι θέσεις εργασίας, αλλά δημιουργήθηκαν πάνω από 40 εκατομμύρια νέες θέσεις την εικοσαετία 1980-2000. "Ξέρετε τι συνέβη έκτοτε με τους χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές", λέει ο Μπάφετ με εμφανή ειρωνική διάθεση.
Ασφαλώς το φορολογικό σύστημα δεν μπορεί να αγνοεί το γειτονικό και διεθνές περιβάλλον της οικονομίας. Όταν η Βουλγαρία, η Κύπρος και η Τουρκία έχουν χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές κεφαλαίου, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί μια πρόταση αύξησής τους. Άλλο όμως αυτό και άλλο η νεοφιλελεύθερη εμμονή στη διαρκή παροχή φορολογικών κινήτρων στο κεφάλαιο, το οποίο άλλωστε έχει κι άλλους τρόπους να μειώσει τη φορολογική του επιβάρυνση.