«Ζητείται ένας ιστορικός συμβιβασμός για την Ουκρανία και το μέλλον της σε μια ειρηνική Ευρώπη», έγραφα σε άρθρο μου στην "Ελευθεροτυπία" όταν άρχιζε η κρίση (30.12.2013). Δυστυχώς, οι μεγάλες δυνάμεις, που μετέτρεψαν την Ουκρανία σε πεδίο οξύτατου ανταγωνισμού, δεν έδρασαν με αυτό το πνεύμα για τη διευθέτηση της κρίσης. Εκμεταλλεύτηκαν υπαρκτά προβλήματα, στήριξαν ακραίες δυνάμεις, με αποτέλεσμα να κλιμακωθεί η βία και να χαθούν πολλές ανθρώπινες ζωές, να διχαστεί βαθύτατα η χώρα και ο λαός της, που έχει αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα πολλές φορές στα πάνω από 20 χρόνια που η Ουκρανία είναι ανεξάρτητο κράτος, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991.
Με άλλα λόγια, προϋπήρχε το υπόβαθρο για την κρίση, που είναι λάθος να αποδίδεται αποκλειστικά και μόνο σε «ξένο δάκτυλο». Σε καμιά περίπτωση, η εξήγηση αυτή για τις δραματικές εξελίξεις δεν παραπέμπει σε αριστερή θεώρηση, αλλά σε συντηρητική. Γιατί παραγνωρίζονται τα υπαρκτά προβλήματα (οικονομικά, κοινωνικά, διαφθοράς, εκδημοκρατισμού), που πυροδότησαν τις λαϊκές διαμαρτυρίες.
Κανείς βέβαια δεν μπορεί να επιχαίρει, όπως κάνουν οι κυρίαρχοι κύκλοι της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, όταν καταλύεται η συνταγματική νομιμότητα και ανατρέπεται η συμφωνία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις, η οποία προέβλεπε και την προσφυγή στις κάλπες ώστε ο ίδιος ο ουκρανικός λαός να αποφασίσει για το μέλλον του χωρίς ξένους πάτρωνες. Τα πράγματα, όμως, δεν πήραν τον δρόμο της δημοκρατικής διευθέτησης της κρίσης και τώρα οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι για την ίδια την υπόσταση της Ουκρανίας ως ενιαίου κράτους όπως και για την ειρήνη και τη σταθερότητα σε όλη την Ευρώπη, η οποία απειλείται από νέες εντάσεις ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, αν δεν εγκαταλειφθούν τα σχέδια επέκτασης του ΝΑΤΟ ώς τα σύνορα της πρώτης και δεν πρυτανεύσει η λογική και ο ρεαλισμός. Γιατί είναι τραγικό λάθος να πιστεύεται από ακραίους ιθύνοντες κύκλους της Δύσης ότι ευρωπαϊκή ασφάλεια και σταθερότητα μπορεί να υπάρξει χωρίς τη Ρωσία και πολύ περισσότερο εναντίον της. Άρα, η ειρηνική και δημοκρατική διευθέτηση της κρίσης παραμένει ζητούμενο, με πρώτο βήμα την επικράτηση πνεύματος εθνικής συνεννόησης ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις της Ουκρανίας, κάτι που απαιτεί βεβαίως την απομόνωση των ακραίων στοιχείων και ιδιαίτερα των νεοφασιστών, που έχουν αποθρασυνθεί από τις τελευταίες εξελίξεις και εξακολουθούν να δρουν ανεξέλεγκτα και ρεβανσιστικά, επιτιθέμενοι σε κάθε τι το ρωσικό στην Ουκρανία, από χριστιανικές ορθόδοξες εκκλησίες έως αγάλματα του Λένιν.
Εννοείται ότι, για να ειρηνεύσει εσωτερικά και να μην διασπαστεί η Ουκρανία, απαιτείται να σταματήσουν και οι ξένες επεμβάσεις και οι πολιτικές τού «διαίρει και βασίλευε» εις βάρος της χώρας και του λαού της. Να γίνει απόλυτα σεβαστό το αναφαίρετο δικαίωμα του ουκρανικού λαού να επιλέξει το δρόμο της ανάπτυξής του και τις δομές διεθνούς συνεργασίας στις οποίες επιθυμεί να ενταχθεί. Έγκαιρα, το Κ.Κ. Ουκρανίας, όταν προέκυψε η σύγκρουση γύρω από τη συμφωνία σύνδεσης Ε.Ε.- Ουκρανίας, είχε προτείνει δημοψηφίσματα τόσο για το ζήτημα αυτό όσο και για τη σχέση της με την Ευρωασιατική Ένωση, που προωθεί η Ρωσία.
Τέλος, δεν πρέπει ούτε στιγμή να ξεχνούμε ότι η Ουκρανία κατέχει νευραλγική θέση στην Ευρώπη και αποτελεί ενεργειακό κόμβο για όλη τη Δ. Ευρώπη. Αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως συγκριτικό πλεονέκτημα για την ανάδειξή της σε παράγοντα ενοποίησης της Ευρώπης.
Όπως όλα δείχνουν, συμπεριλαμβανομένων και των τελευταίων εξελίξεων, στην Ουκρανία δεν μπορεί να επικρατήσει πλήρως ούτε η φιλορωσική ούτε η φιλοδυτική κατεύθυνση. Μπορεί, όμως, να νικήσει ο ενωμένος ουκρανικός λαός, υπερασπιζόμενος την ανεξαρτησία της χώρας, μακριά από εθνικιστικές προκαταλήψεις και διχαστικές λογικές. Στην κατεύθυνση αυτή καλείται να βοηθήσει και η Ευρωπαϊκή Αριστερά.
Ακόμα μία επισήμανση. Η ουκρανική κρίση αναδεικνύει την ανάγκη πανευρωπαϊκού ορίζοντα της ενοποίησης της Ευρώπης, με την οικοδόμηση μιας νέας δομής πολυδιάστατης πανευρωπαϊκής συνεργασίας και ενός πανευρωπαϊκού συστήματος ειρήνης και ασφάλειας, με τη συμμετοχή και της Ρωσίας. Τα θεμέλια για μια τέτοια δομή υπάρχουν και είναι ο ΟΑΣΕ, πρώην ΔΑΣΕ (γνωστότερη και ως «Διαδικασία του Ελσίνκι»).
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, δεν αρκούν οι γενικόλογες δηλώσεις του ΥΠΕΞ και τα «ευχολόγια». Ως χώρα βαλκανική και ευρωπαϊκή, η Ελλάδα έχει πολλούς λόγους να ενδιαφέρεται για την πανευρωπαϊκή ασφάλεια και συνεργασία. Πρέπει, λοιπόν, ώς μέλος του ΝΑΤΟ να πει ΟΧΙ στην επέκταση προς ανατολάς της Ατλαντικής Συμμαχίας, ενώ θα μπορούσε να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο για την επίλυση της ουκρανικής κρίσης ως προεδρεύουσα χώρα της Ε.Ε. αυτή την περίοδο και μέλος του ΟΑΣΕ.
* Ο Πάνος Τριγάζης, υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ειρήνης του ΣΥΡΙΖΑ, είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Ειρήνη και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα