Ο κανόνας θέλει τη Δικαιοσύνη να κατανοεί το σκεπτικό της εξουσίας για μέτρα που πλήττουν το λαϊκό εισόδημα. Οι αποφάσεις του ΣτΕ που αναγνώρισαν το Μνημόνιο ως συνταγματικό και απέρριψαν άλλες επιμέρους προσφυγές δημιουργούν στην κοινή γνώμη την πεποίθηση ότι οι εξουσίες δρουν συντεταγμένα για την επιβολή των νέων μέτρων. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο απομακρύνεται από τη δικαιοκρατική αντίληψη ως προς την εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων και προσχωρεί στην κατ' αναλογίαν εφαρμογή τους. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, το ανώτατο δικαστήριο δεν ζητεί από τον νομοθέτη να τεκμηριώσει τον "μονόδρομο" των μέτρων όπως δέχεται πλέον η ευρωπαϊκή νομολογία.
Υπήρξαν βεβαίως αποφάσεις, όπως αυτή του ΣτΕ για την ΕΡΤ, ή κατώτερων δικαστηρίων, που συνιστούν εξαιρέσεις. Οι πληροφορίες για την απόφαση του ΣτΕ που δικαιώνει τους ένστολους σχετικά με τις μισθολογικές περικοπές απομένει να επιβεβαιωθούν, ενισχύουν ωστόσο την αίσθηση ότι πυκνώνουν οι ενδείξεις διαφοροποίησης στη στάση των δικαστικών αρχών. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται και από την ξαφνική ενασχόληση δικαστικών αρχών με υποθέσεις διαφθοράς, εξέλιξη που μπορεί να αποδειχτεί καταλύτης τόσο ως προς την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος όσο και ως προς τη δημοκρατική ανατροπή.
Οι δικαστικές έρευνες ακόμη είναι στην αρχή και οι κυβερνήσεις στη χώρα μας έχουν πείρα και διαθέτουν ακόμα και θεσμικά εργαλεία για την αποθάρρυνση των δικαστών ή την υπαγωγή του έργου τους σε μικροκομματικές στοχεύσεις. Άλλωστε ο ομφάλιος λώρος κυβέρνησης - Δικαιοσύνης, τουλάχιστον στα ανώτατα επίπεδα, όπου παρεμβαίνει άμεσα η κυβέρνηση για τον διορισμό της ηγεσίας, παραμένει ισχυρός. Ίσως γι' αυτό οι όποιες αιφνιδιαστικές έρευνες γίνονται από πρωτοβάθμιους δικαστές.
Το κενό εξουσίας που δημιουργείται είναι φυσικό να ενισχύει τη θεσμική αυτοπεποίθηση των δικαστών, οι οποίοι ως πολίτες και εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι δεν αποτελούν πλέον ιδιαίτερα ευνοούμενη κοινωνική ομάδα, αλλά υφίστανται τις γενικότερες επιπτώσεις της σκληρής λιτότητας. Μέσα στο σπιράλ της εσωτερικής υποτίμησης και της ανεργίας δεν υπάρχει τόπος σωτηρίας για τους μισθωτούς, ακόμη κι αν συγκροτούνται ως ιδιαίτερο σώμα με ψευδαίσθηση εξουσίας.
Η ανάγκη επανακαθορισμού του κοινωνικού ρόλου των δικαστών δεν είναι συγκυριακό θέμα. Περνά μέσα από την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας τους, που συναρτάται με τη δυναμική πολιτικών αλλά και θεσμικών πρωτοβουλιών. Και, τελικά, θα επηρεαστεί από το γενικότερο πολιτικό κλίμα, το κοινωνικό περιβάλλον και τη δημοκρατική αναθεώρηση του Συντάγματος.
Ν.Φ.