Του ΝΙΚΟΥ ΛΙΟΝΑΚΗ
Δεν μπορεί να πει κάποιος ότι η κριτική που άσκησε το επίσημο ΠΑΣΟΚ στην απόφαση της Θ. Τζάκρη να άρει την εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση είναι άδικη, όταν το επιχείρημα της επίθεσης είναι ότι "ψήφισε όλα τα Μνημόνια και όλα τα μέτρα όταν ήταν υφυπουργός στην κυβέρνηση Παπανδρέου και τώρα έγινε ξαφνικά αντιμνημονιακή". Ιδίως εάν ευσταθούν οι εκτιμήσεις-κατηγορίες στελεχών της Χ. Τρικούπη ότι έχει κλείσει υποψηφιότητα για αυτοδιοικητικά ή άλλα αξιώματα.
Πέρα από τις προθέσεις που μπορεί ή όχι να έχει η συγκεκριμένη βουλευτής, δεν δικαιούται ο καθένας να βάλει ένα προσωπικό "φρένο" όταν βλέπει ότι η πολιτική που στήριξε με όλο του τα εί-"ναι" δεν οδηγεί πουθενά; Το "ο καθένας προσωπικά να αναλάβει τις ευθύνες του στην ψηφοφορία", του Ευ. Βενιζέλου, ίσχυε μόνο για το "όχι" στην πρόταση μομφής; Προφανώς, οτιδήποτε άλλο είναι "ανεύθυνο".
Δεν αναιρεί μια πράξη το βεβαρημένο πολιτικό παρελθόν ενός βουλευτή ούτε με μια τέτοια "ξεπλένεται". Πέρα όμως από τις προθέσεις, ειδικά στη συγκεκριμένη συγκυρία, όπου για την κοινωνία παίζονται "όλα για όλα", οι πράξεις -και όχι οι προθέσεις- είναι αυτές που φέρνουν απτά αποτελέσματα. Και εν προκειμένω το αποτέλεσμα ήταν πολύ συγκεκριμένο. Η αποδυνάμωση της κυβέρνησης. Το γεγονός δηλαδή ότι ο Αντ. Σαμαράς -αν και επικαλείται υποτιμητικά τον "κοσμάκη" που "δεν ανταποκρίνεται" στις εκκλήσεις του ΣΥΡΙΖΑ για ανατροπή- τρομάζει διότι ξέρει ότι οι βουλευτές της πλειοψηφίας δεν μπορούν να κατέβουν στον δρόμο γιατί ο ίδιος αυτός "κοσμάκης" τούς αποδοκιμάζει εδώ και χρόνια. Κάτω από αυτό το βάρος, φοβάται, ότι με μια αφορμή, ένα νομοσχέδιο, θα χαθεί η πλειοψηφία.
Σε κάθε περίπτωση, όταν αυτή η επίθεση συνοδεύεται ως επί το πλείστον από σχολιασμούς περί "ταγέρ" και "γόβας στιλέτου" και "μερσεντές" ή ό,τι άλλο σχετίζεται με την εμφάνιση ή τις προσωπικές συνήθειες, που ουδεμία σχέση έχουν με την πολιτική αντιπαράθεση, αλλά αντίθετα συναντώνται σε στήλες κουτσομπολίστικων περιοδικών ή σε "μεσημεριανάδικα", τότε η κριτική μετατρέπεται σε αγωνιώδη προσπάθεια απαξίωσης αυτού του προσώπου.
Όμως, όσο πιο προσωπική η επίθεση τόσο πιο εμφανής ο φόβος για το γενικότερο "κακό" που μπορεί να βρει το κόμμα όταν το θέμα της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση δεν θα τεθεί την επόμενη φορά από τον βασικό της αντίπαλο, τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από τις πολιτικές που θα κληθεί να υπερψηφίσει για μια ακόμα φορά.
Η αποπολιτικοποίηση της επίθεσης έχει πολιτικά θεμέλια και για την ακρίβεια στηρίζεται σε ένα ετοιμόρροπο βάθρο. Ο σκοπός της, συλλογικός: το μέλλον της κομματικής συνοχής, το μέλλον της κυβερνητικής συνοχής. Η έκφρασή της είναι ο φθόνος απέναντι στην επιλογή κάποιου, μέχρι χθες "όμοιου", που με τη διαφοροποίησή του στενεύει τα περιθώρια και βαραίνει έτσι με περισσότερο άγχος για πολιτική επιβίωση όσους έμειναν να προσπαθούν να ισορροπήσουν σε ένα βάθρο που έχει πέσει ήδη.