Νωρίτερα, ο υφυπουργός για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, Π. Καψής, υποστήριξε ότι μέχρι τη Δευτέρα θα έχουν υπογραφεί 2.000 συμβάσεις για τους εργαζόμενους του μεταβατικού φορέα, συμβάσεις που θα έχουν δίμηνη διάρκεια, μέχρι να λειτουργήσει ο νέος φορέας. Μάλιστα, σημείωσε ότι σε πρώτη φάση, μέχρι να εκκενωθεί το Ραδιομέγαρο της Αγ. Παρασκευής, οι συμβάσεις θα είναι 580. Ο Π. Καψής εξαπέλυσε και πάλι επίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις αποφάσεις των εργαζομένων για κινητοποιήσεις, ζητώντας να «αφήσετε τους εργαζόμενους να γυρίσουν στη δουλειά τους».
Και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Σ. Κεδίκογλου, συνέχισε τις επιθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ και αναφερόμενος στα όσα είπε ο Αλ. Τσίπρας για τον ίδιο και τον Π. Καψή υποστήριξε ότι «δεν με εκπλήσσει η αντιπάθεια του κ. Τσίπρα για όσους σταδιοδρόμησαν στον ιδιωτικό τομέα. Προτιμά τους κρατικοδίαιτους συνδικαλιστές». Για τους ειδικούς συμβούλους που διορίστηκαν επί ημερών του στην ΕΡΤ, ο Σ. Κεδίκογλου ισχυρίστηκε ότι «ο υφυπουργός δεν διορίζει, το τρικομματικό διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε τους διορισμούς». Τέλος, σχετικά με το κατά πόσο τα ιδιωτικά κανάλια ευνοούνται από το κλείσιμο της ΕΡΤ, ο Σ. Κεδίκογλου διατύπωσε το απίθανο επιχείρημα ότι «οι ιδιώτες βολεύονταν από την αναξιοπαθούσα ΕΡΤ. Τώρα έχουν λόγο να φοβούνται έναν δημόσιο, ανταγωνιστικό, πλήρως ανεξάρτητο ραδιοτηλεοπτικό φορέα».
Ο υπουργός Επικρατείας, Δ. Σταμάτης, επανέφερε το επιχείρημα ότι σε περίπτωση συγκρότησης εξεταστικής επιτροπής για το κλείσιμο της ΕΡΤ, όπως πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, θα ήταν πιθανόν να κληθούν να καταθέσουν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που υπέγραψε την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αλλά και ο πρόεδρος του ΣτΕ, ενώ υποστήριξε ξανά ότι η κυβέρνηση έχει συμμορφωθεί με την απόφαση του ΣτΕ.
«Παράνομο» χαρακτήρισε το νομοσχέδιο για τη ΝΕΡΙΤ ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Π. Λαφαζάνης, καθώς το κλείσιμο της ΕΡΤ, την οποία αντικαθιστά η ΝΕΡΙΤ, ήταν αποτέλεσμα της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία δεν συγκεντρώνει την πλειοψηφία της Βουλής για να κυρωθεί. «Δεν μπορεί να παράξει έννομα αποτελέσματα» σχολίασε ο Π. Λαφαζάνης, κατακεραυνώνοντας την πρόβλεψη για συμμετοχή στη διοίκηση της ΝΕΡΙΤ στελεχών «με εγνωσμένη διεθνή εμπειρία», εκτιμώντας ότι έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για τεχνοκράτες, υποδειγμένος από τράπεζες και διεθνείς οίκους που θα προωθούν μια «χυδαία εμπορικότητα» και θα δημιουργήσουν μια «τηλεόραση πολιτιστικής παρακμής, μια τηλεόραση προτεκτοράτου».
«Έκθεση ιδεών χωρίς καμία δέσμευση και τίποτα το συγκεκριμένο» χαρακτήρισε το νομοσχέδιο για τη ΝΕΡΙΤ ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Ν. Βούτσης, που παρατήρησε ότι, με αφορμή τη σύσταση του Εποπτικού Συμβούλιου, έγιναν διακριτοί «δύο κόσμοι, δύο αντιλήψεις εντελώς διαφορετικές» σε σχέση με την επιρροή που θα πρέπει να ασκεί η αγορά στις αποφάσεις του συμβουλευτικού οργάνου. Για τις επιδιώξεις των ιδιωτικών καναλιών, ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε ότι «η τεχνολογική εξέλιξη της ΕΡΤ, η οποία είχε ξεκινήσει με το High Definition, επί της ουσίας ανακόπτεται, η εικόνα υψηλής ευκρίνειας ήταν το μεγάλο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα σε σχέση με τα ιδιωτικά κανάλια και πολεμήθηκε από την πρώτη στιγμή από τους ιδιώτες».
Παράλληλα, η Ζ. Κωνσταντοπούλου σχολίασε τους συμβούλους του πρωθυπουργού κατηγορώντας τους για «ρεβανσισμό και εκδικητικότητα», ενώ αναφέρθηκε και στον Ν. Τσούτσια, επικεφαλής του Γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού στη Βουλή και του Γραφείου Τύπου της Κ.Ο. της Ν.Δ., για τον οποίο σημείωσε ότι «βλέπω εδώ ότι στις 18.4.2006, τότε που κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, πήρε μπόνους αποδοχών έξι μηνών από την ΕΡΤ».