Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί με ανησυχία τον αυξανόμενο αριθμό κρουσμάτων ρατσισμού και ξενοφοβίας στην Ελλάδα και πιστεύει πως η υιοθέτηση ενός νόμου για την αποτροπή τους θα συνιστούσε σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, η ίδια όμως δεν επεμβαίνει σε καμία περίπτωση και δεν έχει πρόθεση να επιβάλει σε καμία χώρα το περιεχόμενο αντιρατσιστικού νόμου.
Όπως εξήγησε χθες η εκπρόσωπος της επιτρόπου για τις εσωτερικές υποθέσεις, Σεσίλια Μάλμστρομ, αυτό που ενδιαφέρει την Κομισιόν είναι η αντιρατσιστική νομοθεσία κάθε κοινοτικής χώρας να βασίζεται στις αρχές που περιγράφει η απόφαση - πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2008. Επανέλαβε πάντως η ίδια ότι μόνον η κυβέρνηση και η Βουλή είναι αρμόδιες για το πώς θα προσαρμόσουν την ελληνική νομοθεσία σ' αυτή την απόφαση-πλαίσιο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση-πλαίσιο συνιστά περίγραμμα για την υιοθέτηση σχετικής εθνικής νομοθεσίας, που σημαίνει ότι αφήνει πολλά περιθώρια στις εθνικές αρχές των χωρών - μελών για να επιλέξουν εκείνες τα συγκεκριμένα μέτρα που θα εφαρμόσουν για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρουσμάτων ρατσισμού και ξενοφοβίας.
Το πλαίσιο απόφασης
Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο του 2008 θεωρεί ότι οι ρατσιστικές και ξενόφοβες συμπεριφορές πρέπει να συνιστούν αδίκημα σε όλα τα κράτη-μέλη και να τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, η διάρκεια των οποίων να κυμαίνεται με στέρηση της ελευθερίας από ένα μέχρι, κατ' ανώτατο όριο, τρία έτη.
Σύμφωνα με το ίδιο κοινοτικό κείμενο, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται σε κάθε διαπραχθείσα παράβαση:
* Στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων πληροφορικής (Ιντερνέτ).
* Από υπήκοο κράτους-μέλους ή για λογαριασμό νομικού προσώπου εγκατεστημένου σε κράτος-μέλος. Η απόφαση-πλαίσιο παρέχει μια σειρά κριτηρίων για τον καθορισμό της ευθύνης ενός νομικού προσώπου.
Σύμφωνα πάντα με την ίδια απόφαση-πλαίσιο, τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα ορισμένες πράξεις που διαπράττονται για λόγους ρατσισμού ή ξενοφοβίας, όπως:
* Η δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται εναντίον ομάδας ατόμων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζονται βάσει της φυλής, του χρώματος, των γενεαλογικών καταβολών, της θρησκείας ή της πίστης ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής.
* Η διάδοση με κάθε μέσον, γραπτού υλικού, εικόνων ή άλλων στοιχείων, απόψεων που εκφράζουν ρατσισμό ή ξενοφοβία.
* Η δημόσια υπεράσπιση ή η άρνηση ή η χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας ή εγκλημάτων πολέμου, όπως αυτά ορίζονται από τον Οργανισμό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (άρθρα 6,7 και 8) και εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο καταστατικό του Διεθνούς Στρατοδικείου, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους τέτοιας ομάδας.
* Η υποκίνηση, η εκ προθέσεως συμμετοχή ή η προτροπή στη διάπραξη των προαναφερόμενων πράξεων συνεπάγονται επίσης κυρώσεις.
Για όλες τις παραπάνω πράξεις, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να επιβάλουν:
1. Αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.
2. Ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων είναι ένα έως και τρία έτη στέρησης της ελευθερίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο ρατσισμός ή η ξενοφοβία ως κίνητρα αδικήματος θεωρούνται επιβαρυντικές περιστάσεις ή εναλλακτικά τα κίνητρα αυτά λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Ως προς τα νομικά πρόσωπα, οι κυρώσεις θα πρέπει και εδώ να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και θα πρέπει να περιλαμβάνουν χρηματικές ποινές ή και πρόστιμα. Επιπλέον τα νομικά πρόσωπα μπορούν να τιμωρούνται με κυρώσεις, όπως:
* μέτρα αποκλεισμού από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις,
* μέτρα προσωρινής ή μόνιμης απαγόρευσης άσκησης εμπορικής δραστηριότητας,
* επιβολή δικαστικής εποπτείας,
* δικαστική εκκαθάριση.
Η έναρξη έρευνας και η άσκηση δίωξης ρατσιστικών ή ξενοφοβικών αδικημάτων δεν πρέπει να εξαρτώνται από αναφορά ή καταγγελία ενός θύματος, δηλαδή η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη.