Τι σημαίνει πρακτικά μια προοδευτική πολιτική προς όφελος των πολιτών και πώς θα επιτευχθεί επισημαίνει η Αναστασία Σαπουνά στην ΑΥΓΗ της Κυριακής, αποδομώντας διλήμματα που μπαίνουν στον δημόσιο διάλογο με σκοπό να αποπροσανατολίσουν από την έλλειψη πολιτικής βούλησης της κυβέρνησης και την αδυναμία της να επιλύσει τα προβλήματα των πολιτών. Απαντά θετικά και αισιόδοξα για το μέλλον των συνεργασιών στον προοδευτικό χώρο με την ολοκλήρωση των διεργασιών πολύ πριν από το φθινόπωρο.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να κρύψει τα σκάνδαλα με πανηγυρισμούς για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Πιστεύετε ότι το πετυχαίνει;
Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιχειρεί μια επικοινωνιακή μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης, χρησιμοποιώντας μάλιστα κάθε πρόσφορο μέσο, όπως οι επιθέσεις που πραγματοποιεί ο κ. Γεωργιάδης προς την Ευρωπαία εισαγγελέα. Οι πανηγυρισμοί για μακροοικονομικούς δείκτες (όπως, για παράδειγμα, η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ) δεν αναιρούν ούτε σβήνουν τα σοβαρά ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας που έχουν ανακύψει. Στο ερώτημα αν πετυχαίνει τον στόχο της, θεωρώ πως βραχυπρόθεσμα ίσως επηρεάζει ένα μέρος της κοινής γνώμης, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ισχυρός έλεγχος της ενημέρωσης ή μονομερής προβολή «θετικών» ειδήσεων. Ωστόσο, η κοινωνία βιώνει την πραγματικότητα διαφορετικά: ακρίβεια και δραματικά μειωμένη αγοραστική δύναμη, ανισότητες, πίεση στα νοικοκυριά. Αυτά δεν καλύπτονται από επικοινωνιακές αφηγήσεις. Επιπλέον, τα σκάνδαλα -είτε αφορούν θεσμικές εκτροπές είτε ζητήματα διαχείρισης δημόσιου χρήματος- έχουν διάρκεια. Επανέρχονται, εμβαθύνονται και διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με δείκτες αλλά με διαφάνεια και δικαιοσύνη. Συνεπώς, η στρατηγική της κυβέρνησης μπορεί να αποδίδει επικοινωνιακά σε ένα πρώτο επίπεδο, αλλά δεν καταφέρνει να επιλύσει το βασικό πρόβλημα: την απόσταση μεταξύ κυβερνητικής εικόνας και κοινωνικής πραγματικότητας. Και αυτή η απόσταση, αργά ή γρήγορα, θα επιδιώξουμε να γίνει πολιτικά καθοριστική.
Το έλλειμμα Δικαιοσύνης ή τα οικονομικά προβλήματα βαραίνουν περισσότερο την ελληνική κοινωνία;
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει δίλημμα ανάμεσα στο έλλειμμα Δικαιοσύνης και στα οικονομικά προβλήματα. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο αλληλένδετες διαστάσεις της ίδιας κρίσης: όταν η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με διαφάνεια, ανεξαρτησία και ταχύτητα, υπονομεύεται η ίδια η οικονομική και κοινωνική ισορροπία. Τα οικονομικά προβλήματα, όπως η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί, η στεγαστική πίεση, είναι άμεσα αισθητά από τους πολίτες και επηρεάζουν την καθημερινότητά τους. Ωστόσο, το έλλειμμα εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη έχει βαθύτερες και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Δημιουργεί αίσθημα ατιμωρησίας, ενισχύει τις ανισότητες και αποδυναμώνει τους θεσμούς, που θα έπρεπε να προστατεύουν τους πιο αδύναμους. Στην πράξη, τα δύο αυτά ζητήματα αλληλοτροφοδοτούνται, αφού χωρίς ισχυρούς και αξιόπιστους θεσμούς δεν μπορεί να υπάρξει δίκαιη ανάπτυξη, δεν μπορεί να υπάρξει μια ανάπτυξη που να εξασφαλίσει την κοινωνική συνοχή. Και χωρίς κοινωνική συνοχή, οι θεσμοί αποδυναμώνονται ακόμη περισσότερο. Άρα, το έλλειμμα Δικαιοσύνης και τα οικονομικά προβλήματα δεν μπορούν να μπουν στη ζυγαριά για να διαπιστώσουμε ποιο βαραίνει περισσότερο. Το ερώτημα είναι με ποια εργαλεία αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα. Μια προοδευτική πολιτική οφείλει να αποκαταστήσει το αίσθημα εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι της Δικαιοσύνης, ενισχύοντας παράλληλα το εισόδημα και παρέχοντας λύσεις για τα χρέη ή την αδυναμία πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό.
Τα μόνα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας είναι τα διάφορα pass και οι «Νταντάδες της γειτονιάς». Θεωρείτε ότι έχουν αποτελέσματα;
Τα γνωστά σε όλους μας pass και προγράμματα όπως οι «Νταντάδες της γειτονιάς» δεν μπορούν να αποτελούν τον βασικό κορμό ούτε μιας πολιτικής αντιμετώπισης της ακρίβειας ούτε να αποκαταστήσουν τα ελλείμματα πολιτικών κοινωνικής πρόνοιας, συνοχής και στήριξης της οικογένειας. Πρόκειται για αποσπασματικά μέτρα, με περιορισμένη εμβέλεια και κυρίως προσωρινό χαρακτήρα. Αποδείχτηκε ότι τα πρόσφατα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της ακρίβειας εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή ούτε βραχυπρόθεσμα δεν μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση στους πολίτες. Τα 16 λεπτά του πετρελαίου κίνησης εξαϋλώθηκαν από τις διαρκείς αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, ενώ το νέο fuel pass απέτυχε να καλύψει τις μεγάλες διαφορές που καλούνται να πληρώσουν οι οδηγοί στο κόστος μετακίνησης. Επιπλέον, η κυβέρνηση των παρακολουθήσεων και του εκβιαζόμενου πρωθυπουργού δεν αντιμετωπίζει με μόνιμα μέτρα τις δομικές αιτίες της ακρίβειας: την αισχροκέρδεια στην αγορά, την έλλειψη ουσιαστικών ελέγχων, τη φορολογική επιβάρυνση στα βασικά αγαθά και την αδυναμία ρύθμισης της αγοράς ενέργειας. Η πολιτική των επιδομάτων (επιδόματα τα οποία κατήγγειλε ο κ. Μητσοτάκης από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης την περίοδο 2015-2019, όταν η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ έβγαζε τη χώρα από τη χρεοκοπία και τα Μνημόνια) λειτουργεί στην πραγματικότητα ως υποκατάστατο μιας συνολικής στρατηγικής. Αντί για ενίσχυση εισοδημάτων μέσω αύξησης των μισθών, επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, της 13ης σύνταξης, μείωσης των έμμεσων φόρων, άμβλυνσης του ενεργειακού κόστους, η κυβέρνηση της αριστείας -όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον κ. Λαζαρίδη- διοχετεύει δημόσιους πόρους χωρίς να αλλάζει την πραγματική εικόνα της αγοράς, αλλά και όπως στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, χωρίς οι πόροι αυτοί να φτάνουν στους πραγματικούς δικαιούχους, αλλά στα δικά τους παιδιά. Απαιτείται λοιπόν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με ισχυρές ρυθμιστικές παρεμβάσεις, στήριξη της αγοραστικής δύναμης και αποκατάσταση της ισορροπίας στην οικονομία προς όφελος της κοινωνικής πλειονότητας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μιλά για «μια μεγάλη διαδικασία ενότητας και ανασύνθεσης» και ένα «ενωτικό ψηφοδέλτιο» με στόχο την πολιτική αλλαγή. Αν το φθινόπωρο προκηρυχθούν εκλογές, πόσο κοντά βρισκόμαστε στην υλοποίηση αυτού του σχεδίου;
Η κατεύθυνση που μας έδωσε η Κεντρική Επιτροπή με την πρόσφατη απόφασή της για «ενότητα και ανασύνθεση» δεν είναι απλώς ένα σύνθημα. Είναι μια αναγκαία πολιτική και κοινωνική διεργασία, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Το ενωτικό ψηφοδέλτιο δεν αφορά μια στείρα διαδικασία κομματικών συγκλίσεων. Αφορά τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης αριστερής, δημοκρατικής και προοδευτικής πλειοψηφίας με σαφές πρόγραμμα διακυβέρνησης. Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα κόψει το νήμα των επόμενων εθνικών εκλογών δεύτερος αλλά ποιος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Γιατί το ύψιστο καθήκον όλων μας είναι να σταματήσουμε τις πολιτικές που εφαρμόζει η κυβέρνηση της Δεξιάς στη χώρα μας, οι οποίες αποσαθρώνουν τον κοινωνικό ιστό και αλλοτριώνουν συνειδήσεις, στηριζόμενη στο μοίρασμα δημόσιων πόρων στα κατάλληλα χέρια. Πόσο κοντά είμαστε σε μια μεγάλη σύγκλιση; Υπάρχουν δυσκολίες, τις οποίες θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε. Η ενότητα απαιτεί συγκλίσεις σε προγραμματικό επίπεδο, ειλικρίνεια, υπέρβαση παλαιών αντιθέσεων. Απαιτεί διάθεση για συμφωνία. Απαιτεί και πρόσθεση και πολλαπλασιασμό. Απαιτεί εκθετικές δυνάμεις. Εκτιμώ ότι οι όποιες εξελίξεις θα έχουν ολοκληρωθεί πολύ πριν το φθινόπωρο, αφού δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Και πιστεύω πως όλοι μαζί θα καταφέρουμε να επιτύχουμε ένα μεγάλο πολιτικό big bang.
