Live τώρα    
Ημερίδα Ινστιτούτων Νίκος Πουλαντζάς και ΕΝΑ / Πρωτοφανές σκάνδαλο υποκλοπών και συγκάλυψης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ημερίδα Ινστιτούτων Νίκος Πουλαντζάς και ΕΝΑ / Πρωτοφανές σκάνδαλο υποκλοπών και συγκάλυψης

Ιδιαίτερα αιχμηρά ήταν τα σχόλια των Γιάννη Δρόσου, Ιφιγένειας Καμτσίδου, Χρήστου Ράμμου και Γιώργου Σωτηρέλη κατά τη συζήτηση στην ημερίδα των Ινστιτούτων Νίκος Πουλαντζάς και ΕΝΑ όταν κλήθηκαν από τη δημοσιογράφο Δώρα Αναγνωστοπούλου, να σχολιάσουν την πράξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα να αρχειοθετήσει την υπόθεση των υποκλοπών, αλλά και την στάση της κυβέρνησης, μια συζήτηση που διεξήχθη στο πλαίσιο της συζήτησης για «Κράτος Δικαίου, Δημοκρατία και Δικαιώματα» και «Ποια θα μπορούσε να είναι η ύλη ενός προοδευτικού Συντάγματος;». Οι ομιλητές εστίασαν επίσης στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.

Ο Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή Αθηνών, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΠ και του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα,  Γιάννης Δρόσος σχολίασε την απόφαση με ένα σύντομο αλλά αιχμηρό σχόλιο λέγοντας:  «Κόλλιας, Τζαβέλλας, Ντογιακος. Τι τους συνδέει;».

Η Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, ΑΠΘ Ιφιγένεια Καμτσίδου από πλευράς της δήλωσε αποσβολωμένη από την απόφαση λέγοντας, μεταξύ άλλων: «Εγώ θα προσέθετα ένα ακόμα όνομα Σανιδάς. Κάναμε ως νομικός κόσμος μια μεγάλη προσπάθεια να αναγνωριστεί η ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού στους εισαγγελείς, γιατί; Ακριβώς για να καλύπτονται από την ανεξαρτησία, τη συνταγματική εγγύηση και φαίνεται ότι οι ίδιοι την απαρνούνται. Μπορούμε να πούμε πολλά… Γιατί δεν αυτοεξαιρέθηκε, ήταν αυτός που είχε υπογράψει ως εισαγγελέας της ΕΥΠ για τον Κουκάκη και άλλες περιπτώσεις… Είμαι αποσβολωμένη».

Με την σειρά του ο Αντιπρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ., Πρώην Πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, Χρήστος Ράμμος δήλωσε «άφωνος», κάνοντας λόγο για «έσχατη πλάνη». «Όταν το άκουσα αυτό το διάβασα ξανά και ξανά λέω "δεν μπορεί, εγώ δεν κατάλαβα σωστά". Μου φάνηκε ότι ήταν η εσχάτη πλάνη, χείρον της πρώτης. Όταν έχουν αναδειχθεί σε μία δίκη τόσα περιστατικά, έχουν τεκμηριωθεί από δημοσιογράφους (...)  όταν υπάρχουν θέματα σοβαρών ενδείξεων και να λέει ανώτατος δικαστικός λειτουργός “δεν υπάρχουν νέα στοιχεία, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να ελεγχθεί” αυτό πραγματικά….».

Κληθείς να σχολιάσει την αντίδραση της κυβέρνησης μέσω του Π. Μαρινάκη, που είπε ότι «είναι επικίνδυνη η αμφισβήτηση», ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΕΚΠΑ Γιώργος Σωτηρέλης, τόνισε ότι πρόκειται για ένα «τεράστιο σκάνδαλο, πρωτοφανές στα χρονικά της μεταπολεμικής Ευρώπης», ενώ διερωτήθηκε «τι άλλο πρέπει να κάνει ένας πρωθυπουργός για να παραιτηθεί;» προσθέτοντας ότι «το αίτημα θα έπρεπε να είναι να παραιτηθεί ο πρωθυπουργός και αν κατατεθεί πρότασης μομφής, πρέπει να γίνει πρόταση μομφής στον πρωθυπουργό». «Το θέμα είναι ποιος αμφισβητεί την δικαιοσύνη: Το κάνουν οι ίδιοι οι λειτουργοί της. Το θέμα των υποκλοπών δεν είναι ένα απλό σκάνδαλο, είναι ένα τεράστιο σκάνδαλο, πρωτοφανές στα χρονικά της μεταπολεμικής Ευρώπης και των μεταπολεμικών Δημοκρατιών. Είναι 10 φορές χειρότερο από το σκάνδαλο του Νίξον. Άκουσα πρόσφατα κάποιος από την κυβέρνηση να πανηγυρίζουν που έπεσε ο Όρμπαν. Μα αυτό που έκανε ο Όρμπαν στην Ουγγαρία ήταν πολύ πιο ήπιο από την ομερτά που επιβλήθηκε στη χώρα μας στο θέμα των υποκλοπών. Δηλαδή ο ρόλος της κυβέρνησης σε αυτή την ιστορία είναι τραγικός. Στις πόσες υποκλοπές καίγεται ένα πρωθυπουργός; Τι άλλο πρέπει να κάνει για να παραιτηθεί;» σημείωσε ο Γ. Σωτηρέλης.

Γιάννης Δρόσος: Κινδυνεύει το κύρος του ίδιου του Συντάγματος

Μιλώντας στη ημερίδα, στο δεύτερο τραπέζι της οποίας βρέθηκε στο επίκεντρο το ερώτημα: «ποια είναι εκείνα τα ζητήματα που απαιτούν ισχυρή θεσμική παρέμβαση, είτε με ψήφιση νόμων είτε και με αναθεώρηση του Συντάγματος;», ο Γιάννης Δρόσος ξεκίνησε λέγοντας αιχμηρά ότι: «Μου συνδέθηκαν τρία ονόματα στο μυαλό, Ισίδωρος Ντογιακος Κωνσταντίνος Κόλλιας, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας. Τι κοινό έχουν το αφήνω να το σκεφτείτε εσείς» - φράση στην οποία παρέπεμψε και όταν κλήθηκε να σχολιάσει την απόφαση του ΑΠ.

Ο Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ανέφερε κατά την παρέμβασή του ότι «η σχέση του Συντάγματος με την Αριστερά, νομίζω είναι μια σχέση αντιφατική ήδη από τα χρόνια του Μαρξ» και πως  «στην Ελλάδα αυτή η αντιφατική σχέση που έχουμε ως Αριστερά με το Σύνταγμα εκδηλώνεται σταθερά». «Ξεχάσαμε ότι και το δίκαιο και ειδικότερα το Σύνταγμα έχει μια δική του αυτοτέλεια, μια δική του δυναμική. Ξεχάσαμε αυτό το οποίο μας δίδαξε, μεταξύ άλλων και ο δάσκαλός μας ο Αριστόβουλος Μάνεσης, ότι έχει την μορφή του Ιανού. Είναι συντηρητικό διότι παγιώνει κάτι - κοιτάει προς το παρελθόν, ταυτόχρονα όμως κοιτάει και στο μέλλον στον βαθμό αυτό που παγιώνει είναι ή μπορεί ν αξιοποιηθεί ως εφαλτήριο. Εμείς σαν Αριστερά πολύ συχνά δεν έχουμε υπόψιν αυτές τις σκέψεις και είτε μένουμε στην εργαλειακή αντίληψη, είτε θεωρούμε ότι κακό συμβαίνει αντισυνταγματικό, είτε ότι καλό θέλουμε πρέπει να είναι συνταγματικό γιατί είναι καλό, είτε δεν έχουμε μια σαφή και καθαρή στάση πάνω σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι ένα άμεσης πολιτικής αξίας ζήτημα» είπε, μεταξύ άλλων.

Επισήμανε παράλληλα ότι «νομίζω ότι αυτό που κινδυνεύει δεν είναι το περιεχόμενο κάποια συνταγματικής διάταξης, αλλά το κύρος του ίδιου του Συντάγματος». «Το βλέπουμε και στην άγρια μορφή του με την μεταχείριση που υφίσταται το Σύνταγμα» πρόσθεσε φέροντας ως παραδείγματα τις ΗΠΑ και την Ουγγαρία, συμπληρώνοντας ότι το βλέπουμε «και με έναν ύπουλο τρόπο όταν μέσω δήθεν ερμηνειών - τελικά το απαγορεύεται γίνεται επιτρέπεται, για την ακρίβεια επιβάλλεται. Έτσι χωρίς να χρειάζεται η ωμότητα του Παπαδόπουλου ανατρέπεται πλήρως μια συνταγματική διάταξη και ενδεχομένως να είναι καλό αυτό το οποίο γίνεται, αλλά το κακό το οποίο πληρώνεται αυτό το καλό κατά τη γνώμη μου είναι πολύ μεγαλύτερο».

Ο ίδιος στάθηκε στο Άρθρο 86 λέγοντας, μεταξύ άλλων ότι πρέπει να αλλάξει και χαρακτηρίζοντάς τη διάταξη όχι καλή. «Όταν χρειάστηκε το πολιτικό σύστημα γρήγορη δίωξη την έκανε. Όταν δεν θέλησε, δεν την έκανε» είπε προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι «το περιεχόμενό του είναι εκείνο που του δίνει η πρακτική, εκείνο που του έδωσε ο ανακριτής του κ. Αυγενάκη που ακούει στο όνομα Μακάριος Λαζαρίδης».

Αναφέρθηκε επίσης στην επιλογή ηγεσίας Δικαιοσύνης  και τη συνταγματική κατοχύρωση δημοσίων αγαθών, λέγοντας ότι αυτή «προϋποθέτει ότι το Σύνταγμα θα επανέλθει στο κύρος του» και πως αυτό είναι πολιτικό ζήτημα.«Η έννοια κλονίζεται ιδεολογικά και κυρίως στην πράξη» είπε, συμπληρώνοντας μεταξύ άλλων, σε άλλο σημείο, ότι «αφαιρείται από το κράτος η δυνατότητα το ίδιο το κράτος να σχεδιάζει, να έχει τα στελέχη και αυτό είναι επιλογή της σημερινής κυβέρνησης, μια άθλια επιλογή ενός βαλκάνιου νεοφιλελευθερισμού».

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Συστηματική απονεύρωση των θεσμικών αντιβάρων από το επιτελείο Μητσοτάκη

«Ο κ. πρωθυπουργός όποτε έχει κάποια επικοινωνιακή δυσκολία με την πολιτική του βγάζει και μια πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση, προτάσεις αμφιλεγόμενες όπως το βουλευτικό ασυμβίβαστο για τον διορισμό σε υπουργικό αξίωμα  - προτάσεις επικίνδυνες για το κράτος δικαίου, όπως η κατάργηση της νομιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων» σημείωσε η Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, ΑΠΘ Ιφιγένεια Καμτσίδου σημειώνοντας ότι η «εργαλειακή προσφυγή» από την πλευρά Μητσοτάκη «δημιουργεί εύλογα επιφυλάξει», αλλά και πως «η εξέλιξη του κομματικού συστήματος της χώρας δικαιολογεί μάλλον δυσοίωνες προβλέψεις».

Σχετικά με τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Ας το επιχειρήσουμε πρώτα με ένα συντηρητικό τρόπο και μετά να δούμε κάποιες ίσως πιο ριζοσπαστικές ιδέες για το πως μπορεί μια αναθεώρηση να γίνει όχημα ενδυνάμωσης της δημοκρατίας. Πάμε σε αυτό που θα λέγαμε σημειακές αλλαγές: Ας προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε το θεσμικό ρόλο της Βουλής, πολλές δυσλειτουργίες δεν οφείλονται στο Σύνταγμα, άλλες οφείλονται στον κανονισμό της Βουλής και άλλες στην αποκρυστάλλωση του κομματικού συστήματος σε κοινοβουλευτικό επίπεδο». Έκανε λόγο για «σταθερή προσπάθεια πρωθυπουργικού επιτελείου να απονευρώσουν αυτό το θεσμικό αντίβαρο στην κυβερνητική αυθαιρεσία», ενώ ανέφερε επίσης ότι «η συστηματική απαξίωση των εξεταστικών επιτροπών γεννά εύλογα αξίωση για παρέμβαση του αναθεωρητικού νομοθέτη ώστε να καμφθεί η υποταγή της διαδικασίας στις κυβερνητικές σκοπιμότητες».

«Ζούμε τα τελευταία χρόνια στον αστερισμό της εξάρτησης της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική. Υπάρχει ευθύνη και των δικαστικών λειτουργών, όχι μόνο της κυβέρνησης» είπε επίσης, ενώ ανέφερε  ακόμα ότι πρέπει να γίνουν ορισμένες τομές, όπως στο το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης. «Χρειαζόμαστε μια προσπάθεια να ξαναστήσουμε τη Δημοκρατία στα πόδια της και αυτό δεν μπορεί παρά μόνον από τα κάτω» σημείωσε προσθέτοντας: «Πρώτη τροποποίηση, η οποία είχε προταθεί το ‘18 από το ΣΥΡΙΖΑ αλλά δεν ευδοκίμησε: να υπάρξει συνταγματική πρόβλεψη ώστε οι νόμιμα και μόνιμα διαμένοντες μετανάστες στη χώρα να συμμετέχουν στις τοπικές εκλογές. Αφορά την ίδια την Δημοκρατία».

Χρήστος Ράμμος: Τέλος της Δημοκρατίας να αισθάνεται ο πολίτης ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη στη δικαστική εξουσία

«Η μακρόχρονη πείρα μου στους θεσμούς -Συμβούλιο Επικρατείας και ΑΔΑΕ- με δίδαξε ότι τα προβλήματα της χώρας και εκεί που σκοντάψαμε πάντα είναι κοινωνικά, πολιτικά  και οικονομικής φύσεως», είπε ο Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ., Πρώην Πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. «Δεν προκαλούνται από το Σύνταγμα και ούτε μπορούν να θεραπευτούν από αυτό. Πάσχουμε στην Ελλάδα όχι από ελλιπείς διατάξεις, από πληθώρα διατάξεων -έχουμε ένα από τα πιο φλύαρα Συντάγματα- και πάσχουμε από προσχηματική, όταν υπάρχει εφαρμογή -ακόμα και κακοποιητική εφαρμογή συνταγματικών διατάξεων- κατ' επίκληση πάντα τυποποιημένων, γενικόλογων, πασπαρτού δικαιολογιών, όπως το γενικό εθνικό συμφέρον, ανάπτυξη (ό,τι σημαίνει αυτή η λέξη σήμερα στην νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα), αποτελεσματικότητα, εκσυγχρονισμός. Στην ουσία πρόκειται πάντα για επίκληση αιτιολογιών οι οποίες διευκολύνουν τις επιδιώξεις των εκάστοτε κυβερνήσεων που έχουν γίνει στην ουσία στην Ελλάδα μονοκρατορίες του πρωθυπουργού», πρόσθεσε και συμπλήρωσε: «Δεν φταίει το Σύνταγμα αν υπάρχουν τροπολογίες άσχετες με το περιεχόμενο των διατάξεων. Δεν φταίει το Σύνταγμα όταν παραβιάστηκε το απόρρητο των επικοινωνιών. Δεν φταίει το Σύνταγμα αν έχουμε κατάχρηση των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Σήμερα το διακύβευμα δεν είναι να κάνουμε ένα καλύτερο Σύνταγμα, αλλά να προστατέψουμε το υπάρχον».

Ο κ. Ράμμος σημείωσε πως «αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από βελτιώσεις. Για μένα το πρώτο και κύριο πρόβλημα είναι η επιλογή της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας, είναι απολύτως απαραίτητο ύστερα από τις εμπειρίες των τελευταίων ετών -αυτό που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο- και αναφέρομαι σε τρεις εισαγγελείς οι οποίοι επελέγησαν από το υπουργικό συμβούλιο: Ντογιάκο, Αδειλίνη και τώρα Τζαβέλλα οι οποίοι προσπάθησαν να πνίξουν τις έρευνες που έκανε η ΑΔΑΕ, να μην βγει στην επιφάνεια τίποτα από τις έρευνες, να μην ελεγχθεί η ΕΥΠ, μετά βγήκε ένα πόρισμα με στοιχειώδης παραλείψεις και τελευταία η ασυγχρότηση κατά τη γνώμη μου, παρέμβαση, η οποία εν γνώση ότι υπάρχει μια δικαστική απόφαση, ενόψει του ότι είδαμε όλοι τι διέρρευσε αρνήθηκε να ερευνήσει καν - ενώ είναι σαφές ότι υπάρχουν ενδείξεις».

«Είναι φοβερό να αισθάνεται ο Έλληνας πολίτης ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη στην δικαστική εξουσία. Αυτό είναι το τέλος της Δημοκρατίας», είπε και τόνισε η επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης «πρέπει πάση θυσία να φύγει από το υπουργικό συμβούλιο. Κρίσιμο είναι επίσης το θέμα της ποινικής ευθύνης των υπουργών. Είναι σαφές ότι αυτό το σύστημα, το οποίο είχε τη λογική του και το οποίο θα μπορούσε να είχε προχωρήσει, από την κακή, προσχηματική εφαρμογή - είδαμε όλοι τι έγινε στις περιπτώσεις του μπαζώματος των Τεμπών, στην περίπτωση του υπουργού συγκοινωνιών κ. Καραμανλή και σε άλλες- πόσο προσχηματικα αυτές οι διατάξεις και οι διαδικασίες έγινε κατάχρησή τους, κακή χρήση τους και τελικά γελοιοποίησή τους». 

Γιώργος Σωτηρέλης: Οι ηγεσίες των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας έχουν βαλθεί να υπονομεύσουν το κύρος της δικαιοσύνης

Κατ' αρχήν προοδευτικό χαρακτήρισε το Σύνταγμά μας ο Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΕΚΠΑ. «Κατά την άποψή μου δεν είναι αστικό. Όλες οι κατακτήσεις του συνταγματισμού στην παγκόσμια ιστορία ουσιαστικά επήλθαν κόντρα στην  θέληση της αστικής τάξης από ένα παγκόσμιο προοδευτικό και δημοκρατικό κίνημα το οποίο ουσιαστικά διεκδίκησε και πέτυχε, μετά το Β Παγκόσμιο συντάγματα με 4 κύριες συνιστώσες: Τη δημοκρατική, τη φιλελεύθερη, την κοινωνική και την παρεμβατική. Έτσι σε κάποιο βαθμό πραγματώθηκε η κοινωνική δημοκρατία», είπε για να προσθέσει: «Με αυτά τα δεδομένα τι νόημα έχει η συζήτηση σήμερα για ένα προοδευτικό Σύνταγμα ενόψει της αναθεώρησης; Η αναθεώρηση του συντάγματος εντάσσεται στην ευρεία πολιτική, είναι συνταγματική πολιτική, δεν είναι νομική επιστήμη και για αυτό απαιτεί ευρύτερες πολιτικές συζητήσεις. Ωστόσο σε αυτή τη συζήτηση όπως γίνεται υπάρχει ένας κίνδυνος μαξιμαλισμού, ενώ ξεχνάμε ότι μια προοδευτική πολιτική επιτάσσει πρώτα και πάνω απ όλα ένα προοδευτικό πολιτικό υποκείμενο το οποίο θα επεξεργαστεί αυτές τις προτάσεις ώστε να επιτύχει ευρείες συναινέσεις προς μια κατεύθυνση. Μπορεί να γίνει αυτό σήμερα; Όχι, δεν υπάρχουν δυνατότητες ούτε καν σύγκλησης στα στοιχειώδη. Μπορούσε παλιά; Ναι. Χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία το 2001. Επομένως το ερώτημα είναι σήμερα τι μπορεί να κάνει ο προοδευτικός χώρος απέναντι σε αυτή την κίνηση της κυβέρνησης για αναθεώρηση», αναρωτήθηκε για να απαντήσει:

«α. Να παίξει άμυνα, ώστε να μην επαναληφθεί πρώτα από όλα αυτό που συνέβη με την εκλογή του ΠτΔ, η οποία έτσι όπως κατέληξε τείνει να καταστήσει τον Πρόεδρο σε υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ. Και με δεδομένο ότι έχουμε μια κυβέρνηση που δεν έχει ίχνος αξιοπιστίας, που δεν έχει καν μπέσα σε ότι αφορά τις αλλαγές, είναι δυνατό να εμπιστευτεί κανείς ότι αυτή η κυβέρνηση δεν θα διαστρέψει αυτές τις προτάσεις.

β. Ο προοδευτικός χώρος πρέπει να μπει στη συζήτηση για την αναθεώρηση. Πώς; Προτείνοντας και προσπαθώντας να συγκεκριμενοποιηθούν οι κατευθύνσεις  όσον αφορά τις αναθεωρητέες προτάσεις.

γ. Με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση προφανώς και πρέπει να υπάρξουν κάποιες αντιπροτάσεις ως ζύμωση και για την ενίσχυση των προοδευτικών χαρακτηριστικών του Συντάγματος, αλλά όχι μαξιμαλιστικά», είπε. 

Τέλος, αναφερόμενος στο ζήτημα των υποκλοπών, ο Γ. Σωτηρέλης υπογράμμισε πως «ο νομικός κόσμος έχει μείνει ενεός με αυτό που συμβαίνει με τον εισαγγελέα. Έχω την αίσθηση ότι πρώτη φορά οι ηγεσίες των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας έχουν βαλθεί με τόσο πάθος και πείσμα να υπονομεύσουν το κύρος των δικαστηρίων στα οποία προδρεύουν και εν τέλη της δικαστικής εξουσίας και της δικαιοσύνης. Και ένας επιπλέον προβληματισμός: Οι εισαγγελείς αυτοί τελικά ανήκουν στο δικαστικό σώμα ή είναι υπάλληλοι του κράτους; Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι πρωτοφανές. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί όχι μόνο συμμορφώνονται με βάση τις υποδείξεις της κυβέρνησης, αλλά το έχουν και μέσα τους, πιστεύουν ότι έτσι πρέπει να φέρονται,. Αυτό το πράγμα πρέπει να τελειώσει». 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0