«Το παρελθόν δεν είναι νεκρό.
Δεν είναι καν παρελθόν.»
William Faulkner
Ιδού λοιπόν που για ακόμα μια φορά είχε δίκιο ο Αριστοτέλης (384 π.Χ.-322 π.Χ.) όταν έλεγε πως ο χρόνος είτε δεν υφίσταται είτε υφίσταται «μόλις και αμυδρώς» (Φυσικά 217b32. Βιβλίο Α). Μόλις και αμυδρώς έφεγγαν τα πρόσωπα των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944, αλλά τώρα στέκουν ολόφωτα και μας κοιτάζουν. Και τώρα -όπως έδειξε και ο φασιστικός βανδαλισμός του μνημείου τους- καθένας παίρνει το μερτικό του από την Ιστορία. «Γελάει όποιος θέλει, κλαίει όποιος μπορεί». Αλλά κανένας, μα κανένας δεν μπορεί να κρυφτεί. Η τραγωδία έχει πρόσωπο, η προδοσία των αθώων έχει πρόσωπο, έχει όνομα. Τα 200 πρόσωπα είναι το πρόσωπο της συλλογικής μας μνήμης. Και εκείνων που δικαιωματικά περηφανεύονται και εκείνων που αναπόδραστα αποθηριώνονται -χαυνωμένοι τόσα χρόνια στον ασύστατο χρόνο της σιωπής- και προσπαθούν να μολύνουν την ιερότητα της στιγμής γιατί δεν έχουν πουθενά αλλού να κρυφτούν παρά μόνο στο σάπιο νερό της στασιμότητας. Τα 200 ονόματα είναι το όνομα που μας περιέχει όλους και μας φωτίζει όλους. Και εκείνους που το τίμησαν και εκείνους που το έριξαν στα σκυλιά νομίζοντας πως θα εξακολουθήσουν να το κάνουν στον αιώνα τον άπαντα. Και να που τώρα, εκεί που το αίμα έτρεχε ποτάμι, τρέχει φως για να φωτίσει τις σκοτεινές γωνιές της ιστορικής ανωνυμίας που επιβλήθηκε για 82 ολόκληρα χρόνια συνεχούς προδοσίας.
Ιδού λοιπόν που εκτός από τον Αριστοτέλη είχε δίκιο και ο αρχαίος τραγικός (450 π.Χ.-400 π.Χ.) Αγάθωνας (στο σπίτι του οποίου έγινε το «Συμπόσιο») όταν έλεγε: «Μόνον γαρ αυτού και Θεός στερίσκεται, αγέννητα ποιείν ασσ’ αν ή πεπραγμένα». Που πάει να πει πως ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει σαν να μην έχουν γίνει αυτά που έχουν γίνει. Ό,τι έγινε περιμένει τη στιγμή του, ακόμα και βυθισμένο στη θηριωδία της ακηδίας που βλακωδώς νομίζουν κάποιοι ότι αποτελεί εσαεί την ιστορική κότα που κάνει τα χρυσά (κυριολεκτικά) αβγά γεμίζοντας τις τσέπες τους και χοντραίνοντας τις ψυχές τους.
Δεν έπαψαν να εκτελούνται διαρκώς οι 200 της Καισαριανής σ’ έναν χρόνο «μόλις και αμυδρώς» φωτισμένο, σε μια διαρκή ζώνη του λυκόφωτος, όπου πάντοτε κινούνται οι «μόλις και αμυδρώς» παρόντες (κι εκείνο για αισχρούς λόγους πλην τιμητικών εξαιρέσεων) στους αγώνες και στις αγωνίες του συλλογικού Είναι. Γιατί αν ισχύει (που ισχύει) το αξίωμα της φαινομενολογίας του Χάιντεγκερ πως «Το φαίνεσθαι είναι το Είναι» (από το «Είναι και χρόνος»), τότε ισχύει και πως το «μη φαίνεσθαι» είναι κι αυτό Είναι. Ένας θάνατος πάνω στον θάνατο ήταν η σιωπή για τους 200. Η απουσία προσώπου, ενταγμένη στη διαρκή ταξική βούληση να ταφούν όλοι οι θάνατοι που δεν έχουν συστημικό κέρδος.
Απόηχος από τις «ομοβροντίες στα «μυστικόφωτα Αττικά χαράματα» που λέει ο Γιάννης Ρίτσος και ανταύγειες από την τελευταία νύχτα των μελλοθανάτων διαπερνούν τη φρικώδη φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη, φτάνοντας στο σήμερα, όταν (Μάιος του 2018) έλεγε: «Τι τον νοιάζει τον δεκαεπτάχρονο η δολοφονία του Λαμπράκη».
Απόηχος μιας περηφάνιας ανυπόταχτης που πρέπει εσαεί να μείνει «με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο» βρίσκεται μέσα στα λόγια του σημερινού Προέδρου Τασούλα στη Βουλή (Μάρτιος 2017) όταν έλεγε: «Έχει ακουστεί εδώ ότι ο Μπελογιάννης αγωνίστηκε για τη Δημοκρατία. Διαφωνώ». Για να συμπληρώσει επαίσχυντα ότι τη θανατική του καταδίκη «μπορεί κανείς να την κρίνει αν ήταν δίκαιη ή άδικη!».
Και τους 200 κομμουνιστές της Καισαριανής (εκ των οποίων 157 προπολεμικοί, παραδόθηκαν στους Ναζί από Έλληνες προδότες και κυριολεκτικά εκτελέστηκαν για τις ιδέες και όχι για πράξεις, όπως ο Μπελογιάννης) κι αυτούς να κρίνουμε, Πρόεδρε, αν ήταν δίκαιη ή άδικη η εκτέλεσή τους;
Μας κοιτάζουν. Και ρωτούν: Γιατί οι 600 της Πύλου; Γιατί οι 57 των Τεμπών; Γιατί 201 αδέλφια μας νεκρά σε μια χρονιά; Γιατί οι 5 της Βιολάντα; Γιατί 15 στη Χίο;
Μας κοιτάζουν. Περιμένουν απαντήσεις.
