Το 2026 δεν είναι μια ουδέτερη χρονιά διακυβέρνησης. Είναι το σημείο όπου η πολιτική εξουσία συναντά μια Δικαιοσύνη που δεν ελέγχεται, δεν διαπραγματεύεται και κυρίως δεν εδρεύει στην Αθήνα.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι πια μια αφηρημένη απειλή. Είναι ένας θεσμός με ονοματεπώνυμο, και αυτό είναι Λάουρα Κοβέσι.
Η Κοβέσι έχει ήδη γράψει ιστορία. Στη Ρουμανία συγκρούστηκε με την πολιτική ελίτ και έστειλε υπουργούς και πρωθυπουργούς στα δικαστήρια. Στη Βουλγαρία έρευνες της EPPO άγγιξαν τον πρώην πρωθυπουργό Μπόικο Μπορίσοφ. Στη Σλοβακία οι υποθέσεις αγροτικών επιδοτήσεων προκάλεσαν συλλήψεις και πολιτική αναστάτωση.
Το επιχείρημα ότι η Κοβέσι φεύγει το 2026 δεν καθησυχάζει κανέναν στο Μαξίμου. Το αντίθετο. Η θητεία της ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο του 2026 και όλα δείχνουν ότι θα επιδιώξει να κλείσει βαριές υποθέσεις πριν αποχωρήσει.
Ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το γεγονός ότι η διαδοχή της δεν προμηνύει καμία επιείκεια. Διάδοχός της έχει ήδη προκριθεί ο Γερμανός εισαγγελέας Αντρές Ρίτερ, ειδικός στο οικονομικό έγκλημα και στη δίωξη διασυνοριακής διαφθοράς. Στις Βρυξέλλες θεωρείται άνθρωπος «σκληρής γραμμής», με ακόμη μικρότερη ανοχή σε πολιτικές πιέσεις. Με απλά λόγια, δεν υπάρχει «παράθυρο διαφυγής».
Σε αυτό το περιβάλλον, οι πρόωρες εκλογές δεν αποτελούν επίδειξη αυτοπεποίθησης. Αποτελούν εργαλείο ελέγχου ζημιών. Μια κάλπη την άνοιξη του 2026 θα επέτρεπε στον πρωθυπουργό να προλάβει δυσμενή πορίσματα ή ποινικές εξελίξεις, να επικαλεστεί νωπή λαϊκή εντολή, να μεταφέρει τις ευθύνες στο «παρελθόν».
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, το δίλημμα του Μαξίμου είναι σαφές: Πρόωρες εκλογές την άνοιξη 2026 (πιθανότητα 60%) για να έχει τον έλεγχο της ατζέντας ή εξάντληση τετραετίας -το 2027- (πιθανότητα 40%) με την προϋπόθεση να υπάρξει καθυστέρηση ή αποδυνάμωση των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και κοινωνική ηρεμία (παράγοντες που δεν εξαρτώνται από την κυβέρνηση).
Ο πρωθυπουργός ανησυχεί και για την πολιτική ρευστότητα. Νέα σχήματα, κινήσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας ή πρόσωπα με ισχυρό συμβολικό φορτίο (Τσίπρας, Καρυστιανού) μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες. Δεν χρειάζεται να κερδίσουν την εξουσία. Αρκεί να στερήσουν την αυτοδυναμία. Και όσο περνά ο χρόνος, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μιας τέτοιας αποσταθεροποίησης.
Σε αυτό το σκηνικό, η προβολή της ευρωπαϊκής εικόνας της χώρας λειτουργεί ως πολιτικός αερόσακος. Η παρουσία Ελλήνων σε κεντρικούς ευρωπαϊκούς ρόλους και το αφήγημα της οικονομικής σταθερότητας δεν ακυρώνουν τις έρευνες, αλλά μειώνουν τον άμεσο οικονομικό κίνδυνο. Η προεδρία του Eurogroup στην κυβερνητική αφήγηση δεν προσφέρει ασυλία. Προσφέρει χρόνο και οικονομική ηρεμία, επιτρέποντας στον πρωθυπουργό να επιλέξει τον χρόνο των εκλογών χωρίς τον φόβο άμεσων κυρώσεων ή προστίμων.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης σκέφτεται τις πρόωρες εκλογές. Το κάνει ήδη. Το ερώτημα είναι αν θα προλάβει να τις κάνει πριν τον προλάβουν οι θεσμικές εξελίξεις.
Το 2026 δεν θα κρίνει απλώς μια κυβερνητική θητεία. Θα κρίνει αν η πολιτική εξουσία μπορεί ακόμη να προηγείται της Δικαιοσύνης ή αν, για πρώτη φορά, θα αναγκαστεί να την ακολουθήσει.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια