Ο Βορίδης πήρε το όπλο του. «Ως εδώ» είπε. Δεν ανέχεται να «συκοφαντούν» την κυβέρνηση και το Μητσοτάκη. Εξανέστη και εξερράγη στη Βουλή. Όμως τα «ξεσπάσματα» Βορίδη γίνονται για συγκεκριμένους πάντα λόγους και κυρίως για να δημιουργήσουν το πεδίο τοξικότητας που χρειάζεται για να εγερθούν τα ακροδεξιά μπουμπούκια. Ενδεικτικά, άλλωστε ήταν τα λεκτικά εργαλεία που επέλεξε να επιτεθεί, η επίκληση στους «λεβέντες», ή ο αγοραίος τρόπος, -που σίγουρα χειροκροτήθηκε από τους ακροδεξιούς και τα συντηρητικά ακροατήρια της Ν.Δ.
Η εξαετή διακυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δείξει ότι, όταν η λαϊκή αγανάκτηση κορυφώνεται και ναυαγούν τα σενάρια επιτυχίας ή ενόψει εκλογών, η κυβέρνηση επιχειρεί αποζητά τη στήριξη προς τα ακροδεξιά και αναζητά λύσεις σε αυταρχικές διεξόδους. Δεν είναι κάτι νέο. Ωστόσο, αυτή τη φορά υπάρχει μια ποιοτική αναβάθμιση στη στροφή αυτή. Με το 43% των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας και το 72% των πολιτών, να πιστεύει ότι έγινε συγκάλυψη στην τραγωδία των Τεμπών, το Μητσοτάκη, τον έχει λούσει κρύος ιδρώτας και προχωρά μερικά βήματα παραπέρα.
Βήμα πρώτο. Η συντονισμένη επίθεση στην Αριστερά και τη Δημοσιογραφία μέσα στην ίδια μέρα. Στη Βουλή ο Βορίδης, στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών ο Μαρινάκης και από κοντά τα φίλια μέσα της κυβέρνησης να αναμασούν την επίθεση του Βορίδη στο Φάμελλο με ελάχιστες ή και ανύπαρκτες αναφορές στο τι είπε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ. Και ακόμα χειρότερα να καταγγέλλουν δημοσιογράφο ότι είχε πολιτευθεί με κόμμα της Αριστεράς λες και πρόκειται για φοβερό ανοσιούργημα.
Εύλογα λοιπόν πολλοί και πολλές αναρωτιούνται. Από πότε στη Βουλή, η αντιπολίτευση απαγορεύεται να θέσει ερωτήματα που απασχολούν την κοινωνία; Δεν είναι αυτός ο βασικός της ρόλος; Άραγε, από πότε, η Δημοσιογραφία απαγορεύεται να ρωτά ελεύθερα και να ασκεί πίεση για να πάρει απαντήσεις από έναν κυβερνητικό εκπρόσωπο που αποφεύγει; Δεν είναι αυτός ο βασικός της ρόλος;
Άρα, σε αυτή τη φάση, η κυβέρνηση επιχειρεί να ποδηγετεί θρασύτατα τους θεσμούς του Κράτους Δικαίου, με απευθείας επιθέσεις, ή υπόγειες στοχοποιήσεις και δολοφονίες χαρακτήρα, την αντιπολίτευση (μέχρι λίγο καιρό πριν, αξιωματική) και τη Δημοσιογραφία, όχι μόνο τη Δικαιοσύνη.
Βήμα δεύτερο. Η συκοφάντηση των συγγενών των θυμάτων και της κοινωνίας που αντιδρά. Η Μαρία Καρυστιανού, η μητέρα σύμβολο του αγώνα των γονιών για δικαίωση έγινε επανειλημμένα στόχος από τον Άδωνι Γεωργιάδη, βουλευτές της δεξιάς, ιεράρχες και από κάθε έναν που θεωρεί ότι με αυτό το τρόπο υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τον Κ. Μητσοτάκη. Έγινε στόχος εκείνη όσο και άλλοι γονείς μέσω δημοσιευμάτων σε φιλοκυβερνητικά μέσα από όσους θεωρούν καθήκον τους να διοχετεύσουν στην κοινή γνώμη την αμφιβολία ότι μπορεί οι γονείς να μην έχουν αθώα κίνητρα, όπως την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά ιδία οφέλη και μάλιστα «πολιτικά». Ο Μητσοτάκης στο πεδίο της κατασυκοφάντησης μεγαλουργεί αυτή τη φορά προσβάλλοντας όχι μόνο νεκρούς, όπως έχει πράξει με το «μπάζωμα» στα Τέμπη αλλά και τους γονείς ή τους συγγενείς τους, αρκεί να πείσει για κάτι που κανείς πλέον με βάση τις δημοσκοπήσεις, δεν πιστεύει. Την αθωότητα του.
Βήμα τρίτο. Το σενάριο της αποσταθεροποίησης, ενόψει της διαδήλωσης στις 28 Φλεβάρη για τα Τέμπη. Ενδεικτικά είναι όσα είπε ο Κ. Μητσοτάκης στο Thessaloniki Summit περί «βούρκου», «τοξικότητας», «προσπάθεια αποσταθεροποίησης» (γιατί άραγε;) για να καταλήξει στις δήθεν μαγκιές για την πρόταση μομφής, που παραπέμπουν στις διαφωνίες στην αντιπολίτευση… Τι λέει επί της ουσίας ο πρωθυπουργός; Εγώ είμαι ο ισχυρός. Οι υπόλοιποι αφού δεν μπορείτε να με ανατρέψετε, «βουλώστε το».
Ο Μητσοτάκης επιλέγει να διαβάλει την κοινωνία και τις αντιδράσεις της. Την ίδια ώρα, η αλλεργία στην κριτική που επιδεικνύει και παράλληλα οι στοχευμένες διαβολές και τα καλέσματα για «ανατροπή» του, και όχι έκπτωσης του, όπως συμβαίνει αν χάσει κάποιος αρχηγός εξαιτίας της πρότασης μομφής, κατασκευάζουν μια εικόνα απειλής στην κυβέρνηση, η οποία, απλά δεν υπάρχει. Σε αυτό συντείνουν οι διαρροές για προβοκάτσια που επιχειρούν να τρομοκρατήσουν τους πολίτες για να μην διαμαρτυρηθούν, αλλά κυρίως επιχειρούν να λειτουργήσουν σαν αυτοεκπληρούμενη «προφητεία».
Γιατί πραγματικά, η μόνη ικανή συνθήκη που θα επέτρεπε στο Μητσοτάκη να διασωθεί και να τρέφει ελπίδες για μια επόμενη θητεία θα ήταν μια καλοστημένη προβοκάτσια. Ένα «Καπιτώλιο», θα ήταν μια θριαμβευτική για αυτόν διέξοδο και θα τον έχριζε ως το πρότυπο του νεοτραμπισμού στην Ευρώπη. Αν δεν είναι αυτό μια κρυφή προσδοκία του πρωθυπουργού, ποιοι είναι οι λόγοι, μία ακριβώς εβδομάδα πριν τη μαύρη επέτειο και τις προγραμματισμένες διαδηλώσεις, η κυβέρνηση να επιτίθεται με μανία στους πολιτικούς της αντιπάλους που ζητούν εξηγήσεις, στους συγγενείς και ταυτόχρονα να διαρρέει συνωμοσιολογίες περί προβοκάτσιας στη διαδήλωση της 28ης Φλεβάρη για τα Τέμπη, σε φιλοκυβερνητικό σάιτ; Και την ίδια ώρα, να εμφανίζονται περίεργα τρικάκια σε περιοχή του κέντρου της Αθήνας που καλούν σε βίαιες διαμαρτυρίες; Μια τέτοια κατάσταση δεν θα ήταν «λουκούμι» για την κυβερνητική προπαγάνδα για αποσταθεροποίηση, που θα επαλήθευε στην πράξη το αφήγημα;
Παράλληλα, θα λειτουργούσε αποπροσανατολιστικά στην κοινή γνώμη για το λογικό συμπέρασμα, ότι μετά από 6 χρόνια διακυβέρνησης, ο μόνος σταθερά, αποσταθεροποιητικός παράγοντας του πολιτικού συστήματος είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, όταν επί της ουσίας δεν επιτρέπει σε κανέναν άλλο θεσμό του πολιτεύματος, πλην της Εκτελεστικής Εξουσίας, να λειτουργήσει.
Καταλήγοντας, ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι αυτή τη φορά, με βάση όλα τα παραπάνω αλλά και την επιλογή του Κ. Τασούλα στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν πρόκειται για μια συγκυριακή στροφή προς τα ακροδεξιά, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια της Ν.Δ. να ανακόψει τη δημοσκοπική καταβαράθρωση της, αλλά για μια κανονικότατη επαναφορά στις εργοστασιακές ρυθμίσεις… του Αβέρωφ, μήπως και διακοπούν οι διαρροές ψηφοφόρων προς τα ακροδεξιά της, ή την κ. Κωνσταντοπούλου.