Στην απαλλαγή της ΕΡΤ από τις ευθύνες της, λόγω της παράλειψης να συμπεριλάβει νοηματική γλώσσα ή υποτιτλισμό στο διάγγελμα του πρωθυπουργού με το οποίο ανακοίνωνε την πρόταση υποψηφιότητας της Κατερίνας Σακελλαροπούλου για τη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας, οδηγήθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.
Κι αυτό γιατί το «έκτακτο γεγονός» του διαγγέλματος της 15ης Ιανουαρίου 2020, όπως αναφέρει η απόφαση του ΕΣΡ, «πραγματοποιήθηκε με ίδια ραδιοτηλεοπτικά μέσα της κυβέρνησης (Πρωθυπουργικό Γραφείο - Μέγαρο Μαξίμου) χωρίς καμία ανάμειξη της ΕΡΤ Α.Ε.».
Μάλιστα, το «Πρωθυπουργικό Γραφείο - Μαξίμου», έχει… τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για την προσβασιμότητα των ΑμεΑ που όχι μόνο δεν έκανε καμία πρόβλεψη για τα άτομα με προβλήματα ακοής, αλλά και δεν άφησε καμία δυνατότητα στην ΕΡΤ να το φροντίσει η ίδια με δικό της μηχανισμό. Όπως αναφέρει το ΕΣΡ, «το διάγγελμα δεν διανεμήθηκε εγγράφως στα ΜΜΕ παρά μόνο ακουστικώς, με αποτέλεσμα ο διατελών χρέη διερμηνέως στη νοηματική γλώσσα κατά την ώρα και ημέρα εκείνη (όντας ο ίδιος κωφός) δεν μπορούσε να ακούσει και όθεν να ερμηνεύσει στη νοηματική γλώσσα το κείμενο».
Η υπόθεση εξετάστηκε έπειτα από καταγγελία της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδος με θέμα «Διαμαρτυρία για τον αποκλεισμό των κωφών-βαρήκοων πολιτών από την ενημέρωση».
Μια σειρά νόμων και διεθνών συμβάσεων δεσμεύει τους τηλεοπτικούς σταθμούς να παρέχουν προσβασιμότητα σε άτομα με αναπηρία με τη χρήση της νοηματικής γλώσσας, του υποτιτλισμού και της ακουστικής περιγραφής για την αντιμετώπιση των αναγκών των ατόμων με προβλήματα ακοής και όρασης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση 3586/6.12.2018, «Οι δημόσιες ανακοινώσεις, όπως τα διαγγέλματα του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού, […] πρέπει να μεταδίδονται στο γενικό κοινό μέσω υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων στην ελληνική νοηματική γλώσσα με ταυτόχρονη αναγραφή υποτίτλων στην ελληνική γλώσσα και σε ένταση μεγαλύτερη της συνήθους ροής του προγράμματος». Το ΕΣΡ απάλλαξε την ΕΡΤ, καθώς έκρινε ότι τα αδικήματα της «μη προστασίας της αξίας του ανθρώπου» και της «δυσμενούς διάκρισης προσώπων στη βάση της αναπηρίας» δεν τελέστηκαν.