Δεν κρύβει την ανησυχία της η ελληνική κυβέρνηση για τις εξελίξεις στη Βόρεια Μακεδονία με την παραίτηση του Ζόραν Ζάεβ, με τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια να θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι αναμένει από τη γείτονα -και τον όποιο διάδοχο του Ζάεβ- να τηρήσει πιστά τη Συμφωνία των Πρεσπών και με τον αναπληρωτή του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη περίπου να απειλεί ότι, στην αντίθετη περίπτωση, η Ελλάδα θα πρέπει να ξανασκεφτεί τη στάση της έναντι της ευρωπαϊκής προοπτικής της Βόρειας Μακεδονίας.
Η στάση αυτή της Αθήνας είναι τουλάχιστον αντιπαραγωγική, αφού οι όποιες απειλές και πιέσεις στα απομεινάρια της κυβέρνησης Ζάεβ στα Σκόπια ρίχνουν νερό στον μύλο της εθνικιστικής αντιπολίτευσης, η οποία ναι μεν ανήκει στην ίδια πολιτική οικογένεια με τη Νέα Δημοκρατία, αλλά σίγουρα η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θα ήθελε να δει το VMRO να κάνει σύντομα κουμάντο στη Βόρεια Μακεδονία.
Άλλωστε ο λόγος που η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να πλασάρεται ως δύναμη σταθερότητας στα Βαλκάνια είναι η τόλμη της προηγούμενης να λύσει επιτέλους το σχεδόν τριακονταετές ονοματολογικό πρόβλημα με τη μέχρι το 2018 Δημοκρατία της Μακεδονίας, για τις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Όμως, αφού η δεξιά κυβέρνηση καρπώθηκε επί δυόμισι χρόνια την επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να πληρώσει το πολιτικό κόστος -αντιθέτως, ακόμη διάφορα στελέχη της Ν.Δ. εμφανίζονται ως μακεδονομάχοι, χωρίς να πιεστούν από το Μέγαρο Μαξίμου να εφαρμόσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών-, τώρα θα πρέπει κάτι να κάνει για να κρατήσει την καλή γειτονία ζωντανή. Όπως οφείλει, καθώς αυτό συμφέρει τη χώρα μας και την ευρύτερη περιοχή.
“Πλήρης και πιστή εφαρμογή”
Το αυτονόητο που μπορεί να κάνει, όπως άλλωστε ζήτησε για πολλοστή φορά αυτή την εβδομάδα από τον πρόεδρο της Βουλής ο προκάτοχός του Νίκος Βούτσης, είναι να φέρει άμεσα προς κύρωση τις συμφωνίες με τη Βόρεια Μακεδονία. Αυτό θα ήταν αφενός μια χειρονομία στήριξης προς την κλυδωνιζόμενη κυβέρνηση στη γείτονα, αφετέρου ένα στιβαρό επιχείρημα για το μέλλον. Η ελληνική κυβέρνηση θα αποδείκνυε ότι εννοεί τις παραινέσεις της για “πλήρη και πιστή εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών” και θα έκοβε τη φόρα διάφορων από τη βόρεια πλευρά των συνόρων να την υποσκάπτουν.
Προχθές, η υφιστάμενη κυβέρνηση της Βόρειας Μακεδονίας έτριξε τα δόντια στους νεοεκλεγέντες δημάρχους του VMRO που ανακοίνωσαν ότι θα επαναφέρουν στα επίσημα έγγραφα το Δημοκρατία της Μακεδονίας - σκέτο. Μια επόμενη κυβέρνηση, με επικεφαλής το VMRO, μπορεί να μην το κάνει, όσο κι αν επισήμως θα αποφύγει να τινάξει τη Συμφωνία στον αέρα.
Το βουλγαρικό βέτο
Ακόμη πιο ουσιαστική κίνηση, βέβαια, θα ήταν να πιέσει η ελληνική κυβέρνηση τους ισχυρότερους εταίρους εντός της Ε.Ε. να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους έναντι της Βόρειας Μακεδονίας - και να δώσουν επιτέλους ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Έστω στο παρά πέντε, στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. του Νοεμβρίου. Δεν αρκεί να επαναλαμβάνουν μονότονα στους ομολόγους τους ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Δένδιας τους κινδύνους που απορρέουν από τον κενό χώρο που αφήνει η Ε.Ε. στα δυτικά Βαλκάνια, τον οποίο σπεύδουν άλλες δυνάμεις να γεμίσουν. Θα έπρεπε, μαζί με τους Γαλλογερμανούς, να βρουν εκείνους τους μοχλούς πίεσης στη γειτονική Βουλγαρία ώστε να άρει το εθνικιστικό βέτο της. Έτσι παίζεται ο πρωταγωνιστικός ρόλος στα Βαλκάνια.
Επικίνδυνο αδιέξοδο
Την απαράδεκτη “θεσμική διγλωσσία” της κυβέρνησης στην εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών στηλίτευσε ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Ν. Βούτσης, υπογραμμίζοντας ότι θέτει σε κίνδυνο τις διεθνείς σχέσεις της χώρας καθώς "είναι όμηρος στις εσωτερικές ισορροπίες και αντιφάσεις της".