Με τις πρόσφατες προσπάθειες της υπουργού Παιδείας Ν. Κεραμέως σχετικά με την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ολοκληρώνεται ένας συγκεκριμένος κύκλος στην προσπάθεια της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης Μητσοτάκη να αλλάξει τον χάρτη και το πεδίο της εκπαίδευσης.
Η στόχευση τα πανεπιστήμια να γίνουν στρατώνες με αστυνομική φύλαξη και φοιτητές που θα έχουν σπουδές υπό τη δαμόκλειο σπάθη του ν+2 και της εξίσωσης των πτυχίων τους με τα αγνώστου προελεύσεως κολέγια συνεχίστηκε με την παρωδία των εκλογών για τα υπηρεσιακά συμβούλια και την αυταρχική τοποθέτηση των μελών τους, προχώρησε στην επιβολή ενός άθλιου νόμου εναντίον των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, που μετατρέπει τα ιδιωτικά σχολεία σε μπακάλικα, με υπάλληλους έτοιμους προς απόλυση και τέλος με τη γελοία διαδικασία της αυτοαξιολόγησης, που θα οδηγήσει στη δημιουργία σχολείων πολλών ταχυτήτων, έτοιμων προς διάλυση.
Θα μπορούσε να πει κάποιος πως αυτά όλα εν μέσω πανδημίας είναι ζητήματα πολιτικής και ιδεολογικής ιδεοληψίας. Αλλά ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω με αυτή την άποψη. Η Ν.Δ., στη σημερινή συγκυρία, προσπαθεί να πραγματώσει ένα πολιτικό σχέδιο που θα αλλάξει την ίδια την αντίληψη που έχουν οι πολίτες σχετικά με την εκπαίδευση ως κοινωνικό δικαίωμα. Θέλει να διαμορφώσει τη νέα αντίληψη της «εκπαιδευτικής ευκαιρίας». Θέλει να δώσει μέσω της σταδιακής ιδιωτικοποίησης και του κλεισίματος των μην επιτυχημένων σχολείων μαθητική πελατεία στην ιδιωτική εκπαίδευση, τόσο τη δευτεροβάθμια όσο και τη μεταλυκειακή.
Κι αυτό είναι που πρέπει να μας βάλει σε βαθύτερες σκέψεις. Διότι άλλο είναι να εναντιώνεσαι σε ένα κακό νομοσχέδιο ή νόμο και άλλο σε μια λογική που έχει γίνει κυρίαρχη στη συνείδηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Δηλαδή πως δεν είναι δικαίωμα όλων των πολιτών η δημόσια εκπαίδευση, αλλά πως μέσω, π.χ., της υιοθέτησης του «κουπονιού επιλογής» θα δοθεί η ευκαιρία σε αρκετούς μαθητές / μαθήτριες να σπουδάσουν. Να νιώθουν δηλαδή πως πρέπει να λειτουργούν τόσο οι ίδιοι (οι μαθητές / μαθήτριες) όσο και οι γονείς τους σαν άλογα κούρσας που στο τέλος του αγώνα θα έχουν κατακτήσει έναν τίτλο σπουδών που θα τους δίνει την ευκαιρία να επιζούν μέσα σε μια κοινωνική ζούγκλα. Θα δημιουργούν έτσι νευρωτικούς και εχθρικούς μεταξύ τους πελάτες και όχι πολίτες.
Η δική μας λογική, όλων όσοι ζούμε και αγωνιζόμαστε στην εκπαίδευση, δημόσια ή ιδιωτική, είναι να ανατρέψουμε αυτά τα σχέδια. Στηρίζοντας τους μαθητές μας μέσα στην (ψηφιακή προς το παρόν) τάξη, μετέχοντας με ζωντάνια στα αντίστοιχα σωματεία μας, τη ΔΟΕ, την ΟΛΜΕ και την ΟΙΕΛΕ, και συζητώντας με όλους τους ανησυχούντες και καλοπροαίρετους ανθρώπους ανεξαρτήτως πολιτικής καταγωγής. Γιατί ο αγώνας ενάντια στην παρούσα κυβερνητική πολιτική δεν είναι απλώς αγώνας ενάντια σε μια κυβέρνηση, αλλά αγώνας ενάντια σε μια αντίληψη για την κοινωνία και τη δημοκρατία. Είναι ουσιαστικά ένας αγώνας για το πώς θέλουμε να ζήσουμε εμείς και τα παιδιά μας.
* Ο Γιώργος Κοντόσταυλος είναι κοινωνιολόγος, ιδιωτικός εκπαιδευτικός