Live τώρα    
Με ποια «αντι» προσλαμβάνεται η πραγματικότητα;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Με ποια «αντι» προσλαμβάνεται η πραγματικότητα;

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ*

Τελευταία ήρθε στην πολιτική «επικαιρότητα» ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί «αντίμετρα», τόσο από τους θιασώτες όσο και από τους επικριτές τους. Συνοδευτικά, παρελαύνει το «παράλληλο πρόγραμμα». Για το τελευταίο θα μπορούσα να θυμίσω πως συμφωνούσε ο «παππούς» με τον φίλο του Fred να «παραλληλίζει» Κεφάλαιο και Λογική. Δηλαδή, προκύπτει ένας «θαυμάσιος παραλληλισμός» που από τη μία πλευρά τοποθετεί τη «συγκεκριμένη εξέλιξη όπως συνάγεται μέσα από τα γεγονότα» και από την άλλη την «αφηρημένη νοητική κατασκευή». Δρόμοι παράλληλοι που ουδέποτε συναντώνται, όσες και όποιες συγκρίσεις κι αν υποστούν (Ο Marx στον καθρέφτη, 2014: 98,304). Ακόμη και ως προς την εφαρμοζόμενη πολιτική σε χώρες της Λατινικής Αμερικής υπενθυμίζεται ότι το «παράλληλο πρόγραμμα» είναι αυτό που ουδέποτε τέμνεται με το εφαρμόσιμο («Αριστερά» και «στίβος», 2016: 74,116).

Επιστρέφω στο καλοκαίρι του 2011 (βλ. το βιβλίο μου: Επινοώντας «αντίδοτα», 2012). Με επίκεντρο τη διανοητική εργασία, έπρεπε να σκαρώσω εκατόν πενήντα ερωτήσεις και να δώσω επαρκείς απαντήσεις ως προς τα «αντίδοτα» που επινοούμε σήμερα για να βελτιώνουμε τη ζωή μας και, αν μπορούμε, να την αλλάζουμε από τη ρίζα. Με μία προϋπόθεση: το συνολικό κείμενο των ερωταποκρίσεων κάθε τρία χρόνια να επανεξετάζεται και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να επιδέχεται καίριες διορθώσεις και όχι απλώς προσθαφαιρέσεις. Είναι και αυτό που επιβάλλεται να εξυφαίνει τα δικά του «αντίδοτα» κατά τη διάρκεια ελέγχου της θεωρητικής του αντοχής στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Και στο μείζον ερώτημα «γιατί γράφω», η απάντηση είναι μάλλον απερίφραστη: να δημοσιοποιώ τους τρόπους παραγωγής των «αντιδότων» (στο βιβλίο μου που μόλις μνημονεύθηκε ο όρος «αντίμετρα» εμφανίζεται δύο φορές, ενώ οι λέξεις με πρώτο συνθετικό το «αντι-» ξεπερνούν τις εκατό).

Ίσως χρειάζεται να υπομνήσω ότι το «επινοώ» και το «αντεπινοώ» ή «επανεπινοώ» δεν ευτελίζεται σε ένα σταυρόλεξο θερινής εκτόνωσης. Το «Inventarium» που θα μπορούσε να εξασφαλίζει η «ars inveniendi» συνοψίζει τα αποτελέσματα της ιστορικοκριτικής μεθόδου και δεν περιπίπτει σε πρακτική κάποιου παιδικού παιγνιδιού κατασκευών. Έτσι που το «αντίδοτο» να μην εξουδετερώνει απλώς κάθε βλαπτική ενέργεια της διανοητικής εργασίας (ως «αντιφάρμακο»), αλλά και να συνεπάγεται την εναλλακτική δυνατότητα σχεδιασμού και ανάδυσης μιας κοινωνίας που υπερβαίνει την υπάρχουσα.

Τι αντιολισθητικά μέσα σκαρφίζονται τα «νέα κοινωνικά κινήματα»; Η αντίθεση προς όλη την κλίμακα των μορφών κοινωνικής εξαθλίωσης και ανελευθερίας περνά τόσο από τα ζητήματα του εργάσιμου χρόνου (δηλαδή συνάπτεται με τη δράση των ομόλογων εργατικών ενώσεων, χωρίς να λανθάνει η αυξομείωση της δυναμικής τους και η προϊούσα ενσωμάτωση στην κατεστημένη «λογική» των πραγμάτων) όσο και από τα αιτήματα του υπό διάθεση χρόνου, τα οποία κατά τις τελευταίες δεκαετίες ανέδειξαν τα «νέα κοινωνικά κινήματα». Ως προς την προοπτική ανάδυσης, εδώ και χρόνια, ενός «Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Κινήματος», με την αξίωση να εκπροσωπήσει μια «ρεαλιστική ουτοπία» στο πλαίσιο διεκδικήσεων της «κοινωνικής λογικής» («sozialer Verstand»), με επίκεντρο τους ταξικούς συσχετισμούς και τις σύστοιχες ανισότητες, μπορεί πράγματι να συσπειρώσει «διαφορετικές πλην συγκλίνουσες προσπάθειες και αναμετρήσεις» με την «ίδια αγωνία για την προάσπιση όλων των απροστάτευτων της νεοφιλελεύθερης πολιτικής». Με τέτοια δυνατότητα δεν καλλιεργεί ψευδαισθήσεις ως προς τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, «παλαιά» και «νέα», που βολεύονται με τις αυξημένες ανισότητες και την εργασιακή προσωρινότητα, καθώς «πρώτο τους μέλημα είναι να διαχειρίζονται την καθεστηκυία οικονομική τάξη, ώστε να διαφυλάττεται ο τρόπος διαχείρισης του κράτους».

Προφανώς μια τέτοια συστράτευση δεν αφυδατώνεται σε μια ευχή ότι «ίσως η κατανόηση του κόσμου γύρω μας είναι ευθύνη όλων των πολιτών», όπως θα προτιμούσαν όσοι/όσες βαφτίζουν την προσωπική τους μετακίνηση σε ιστορική χρεοκοπία του συνόλου της «Αριστεράς» ή όπως αλλιώς θα ονομάζονται οι πολυσθενείς εναλλακτικοί πυρήνες αντίστασης στη θεσμοποιημένη διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής του «αγοραφοβικού» λόγου και της οικείας πρακτικής. Με αυτή την έννοια καθίσταται προγνώσιμη η συνεύρεση όλων των υπαρχουσών οργανωτικών και πνευματικών δυνάμεων αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, δρώντας σε πλήρη ανεξαρτησία από κόμματα και κυβερνήσεις. Αν παραφράσουμε τα Grundrisse, η κοινωνική κριτική δεν «παράγει» μόνο ένα αντικείμενο για το υποκείμενο, αλλά και αντίστροφα, ένα υποκείμενο για το αντικείμενο.

Από αυτή την άποψη η «Δεξιά» συνιστά την πολιτική συμπύκνωση των θεσμών της «αγοραφοβίας», δηλαδή των θεσμών που «νομιμοποιούν» τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς της κοινωνίας με επίκεντρο την «αγορά» ως σύμφυση του οικονομικού, πολιτικού και πολιτιστικού πεδίου κατά την (ανα)παραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων. Για εκείνη την Αριστερά όμως που λειτουργεί ως εναλλακτικός πυρήνας αντίστασης στη θεσμοποιημένη διαδικασία διάχυσης του αγοραφοβικού λόγου και της οικείας πρακτικής, που δεν κλαίει τα «περασμένα μεγαλεία» ή που δεν έχει «ψευδαισθήσεις», που αντιλαμβάνεται ότι ένας νέος κόσμος γεννιέται, που ήδη δεκαετίες τώρα έχει αφουγκρασθεί το μήνυμα ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει, που καλοδέχθηκε τη «διαλεκτική ένταση» κόμματος και κοινωνικών κινημάτων, που είδε με ανακούφιση τη διαρκή γονιμοποίηση της οργανωμένης πολιτικής δύναμης από την αυτόβουλη πρωτοβουλία του ανήσυχου κοινωνικού σώματος, γιατί να μην υπάρχουν προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη...

* Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0