Του Άγγελου Ελεφάντη*
[...] Πολύ σύντομα, ωστόσο, να θίξω τη διεθνή διάσταση. Ότι δηλαδή στην Αλβανία δεν βρέθηκαν αντιμέτωποι Έλληνες και Ιταλοί, που τους έστειλε η κακοβουλία του Μουσολίνι, και όπου οι μεν Έλληνες διέπρεψαν, ενώ οι "μακαρονάδες" τα έκαναν θάλασσα. Οι πόλεμοι δεν γίνονται με καπρίτσια· έχουν τη λογικότητά τους, τους στόχους τους, τα μεγάλα διακυβεύματά τους. Να συγκρατήσουμε, λοιπόν, ετούτο το κορυφαίο στοιχείο: Έλληνες και Ιταλοί δεν πολέμησαν για κάποιες αναμεταξύ τους διαφορές, αλλά στο πλαίσιο ενός γιγάντιου παγκόσμιου πολέμου, που είχε αρχίσει ήδη την 1η Σεπτεμβρίου 1939, ήδη η Γερμανία είχε υποτάξει Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Νορβηγία, ήδη μαινόταν στη Βόρεια Αφρική και στα Βαλκάνια θα ξεσπούσε, όπως εξέσπασε, από ώρα σε ώρα. Κανείς δεν λογάριαζε τα πράγματα με όρους "μη πολέμου", αν και ορισμένοι προσπάθησαν να τον αποφύγουν ανεπιτυχώς: ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση, Ελλάδα, Τουρκία (που "κατάφερε" να μείνει ουδέτερη ώς το τέλος), για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Διότι τον πόλεμο, τον γενικευμένο πόλεμο, προωθούσε και επέσπευδε η μιλιταριστική ιδεολογία των δυνάμεων του Άξονα (Γερμανία, Ιαπωνία, Ιταλία) και των συμμάχων τους. Και τον επέσπευδε με τρόπο αναντίστρεπτο. Ώς το τέλος, ώσπου συντρίφτηκε, γεμίζοντας συντρίμμια τις ίδιες του τις χώρες, αλλά κι ολόκληρο τον πλανήτη. Ο πόλεμος έγινε ο κύριος τρόπος άσκησης της πολιτικής, αφού η πολιτική του Άξονα σκόπευε την πλήρη αναδιάταξη και ανασυγκρότηση του κόσμου υπό την κυριαρχία του και τις αρχές του. Για να το πετύχει έπρεπε, κατ' αρχήν, να συντρίψει στρατιωτικά τους αντιπάλους του· τα άλλα, τα οικονομικά, τα κοινωνικά, τα συνοριακά και πολιτικά, θα έρχονταν μετά.
Αυτού του τύπου η μιλιταριστική λογική διαμόρφωνε ένα δίλημμα: υποταγή στον Άξονα ή πόλεμος.
Το δίλημμα αυτό, χωρίς καμία δυνατότητα διαβούλευσης ή συμβιβασμού, διατυπώθηκε απερίφραστα και αναντίλεκτα και στην περίπτωση της Ελλάδας. Όταν ο Ιταλός πρεσβευτής ξύπνησε στις 2.30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου τον Μεταξά και του ζήτησε να περάσει ο ιταλικός στρατός από την Ελλάδα, διαμείφθηκε, ως λέγεται, μεταξύ τους η εξής στιχομυθία: Μεταξάς: "Alors, c'est la guerre" (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο!). Είναι η απάντηση που ονομάστηκε "Όχι". Ο πρεσβευτής έφυγε κι ο πόλεμος άρχισε, πριν την εκπνοή μάλιστα της διορίας που έταξε το τελεσίγραφο.
Ο Μουσολίνι, και το φασιστικό μπλοκ εξουσίας στην Ιταλία, έβλεπε ότι τα μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτελέσματα του πολέμου τούς παραγκώνιζαν σε δευτεροκλασάτο παρία του Άξονα. Τίποτε δεν είχαν κερδίσει απ' την κατάρρευση της Γαλλίας και γενικά της Δυτ. Ευρώπης. Στη Μεσόγειο κυριαρχούσαν ο αγγλικός στόλος και η αεροπορία, στη Β. Αφρική ο ιταλικός στρατός γνώριζε αλλεπάλληλες ήττες και οι Γερμανοί απέβαιναν πρωταγωνιστές του, Σουέζ και Γιβραλτάρ στα χέρια των Βρετανών, η Ιταλία "ασφυκτιούσε", η είσοδος, με την άδεια του δικτάτορα Αντονέσκου, του γερμανικού στρατού στη Ρουμανία, καθώς μάλιστα και η Βουλγαρία ήταν φίλα προσκείμενη στη Γερμανία, έδειχνε ότι η Ιταλία έχανε και τα Βαλκάνια, που τα θεωρούσε δικό της "ζωτικό χώρο". Της χρειαζόταν, λοιπόν, απολύτως ο χώρος Ελλάδα ως δικός της χώρος νομής [...]
Με το χαμόγελο στα χείλη μπήκαν οι Έλληνες στον πόλεμο την 28η Οκτωβρίου. Με αλαλαγμούς χαράς πανηγύρισαν την Απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, στην οποία είχαν τόσο συμβάλει. Ύστερα ήρθαν άλλα. Το χαμόγελο και οι αλαλαγμοί χαράς έγιναν σπασμοί πόνου. Η μεγαλειώδης 28η Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για την είσοδο της Ελλάδας στον γενικό πόλεμο. Δεν ήμασταν όμως μόνοι μας, ούτε θα μπορούσε άλλωστε να είμαστε μόνοι όταν άστραψε φωτιά παντού ο ουρανός.
* Απόσπασμα από το εκτενές κείμενο του Άγγελου Ελεφάντη (1936-2008) για τον πόλεμο του 1940 που είχε δημοσιευθεί στα “Ενθέματα” της "Αυγής" της Κυριακής 31.10.2004