Προσφάτως ανακοινώθηκε από την ΕΛΣΤΑΤ ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα της Ελλάδας για το 2016 έφθασε να είναι επτά φορές μεγαλύτερο απ’ ό,τι αναμενόταν σύμφωνα με τους στόχους του προγράμματος. Το ΔΝΤ και οι θεσμοί, χαιρετίζοντας το αποτέλεσμα, ομολόγησαν και κάποια λάθη (!) στους υπολογισμούς τους... Από την άλλη ξαναμπαίνει στη συζήτηση η πρόταση του ΔΝΤ για χαμηλότερα πλεονάσματα μετά το 2018.
Πράγματι, το πλεόνασμα ήταν τυπικά μία δημοσιονομική επιτυχία από πλευράς «λογικής αριθμών». Πολύ σωστά, όμως, η κυβέρνηση δεν θριαμβολόγησε, καθώς αυτό αντιστοιχεί σε εξαιρετικά μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού. Ωστόσο τα «λάθη» του ΔΝΤ μας βάζουν σε σοβαρή ανησυχία. Όχι τόσο γιατί φαίνεται ότι δεν κατέχει και τόσο την τέχνη των οικονομικών εκτιμήσεων (ακόμη και με τα δικά του κριτήρια), αλλά γιατί δείχνει με ποιον τρόπο ορισμένοι κύκλοι παίζουν με τις τύχες των λαών, στο όνομα της δικής τους ιδεολογικής συγκρότησης και της δικής τους «λογικής των αριθμών». Δεσμεύουν μια χώρα μ’ ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας που οδηγεί στην εκπτώχευση ένα μεγάλο μέρος του λαού, ρίχνει κατακόρυφα τους δείκτες της ανάπτυξης και ύστερα, ελαφρά τη καρδία, ομολογούν ότι το επιβληθέν πρόγραμμα δεν σχεδιάστηκε «και τόσο καλά» για τις συγκεκριμένες οικονομικές δυνατότητες της χώρας. «Λυπούμαστε, λάθος»...
Πουθενά δεν ανιχνεύει κανείς μια βαθιά ανησυχία αυτών των “κύκλων” για τα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που δημιουργεί η πολιτική που επιβάλλουν. Η εκπτώχευση, η ανερχόμενη ανεργία, η αίσθηση ανασφάλειας του μέσου πολίτη, η απόφαση μεγάλης κατηγορίας νέων ν’ αφήσουν την πατρίδα τους για μία καλύτερη τύχη αλλού, η συνεχής συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους προκαλούν αλυσιδωτές κοινωνικές αντιδράσεις· προκαλούν βαθιές ρηγματώσεις μέσα στον κοινωνικό ιστό.
Ό,τι αποκαλούμε στην κοινωνιολογία «καθολική ματαίωση ελπίδων» («καθολικό frustration»), δηλαδή ματαίωση ελπίδων σε σχέση με το κοινωνικό σύστημα στο οποίο ζεις και δραστηριοποιείσαι, προκαλεί τέτοια ογκώδη κύματα δυσαρέσκειας και αγανάκτησης, που είναι δύσκολο να προβλεφθεί πού θα ξεσπάσουν και πώς. Η «λογική των αριθμών» είναι αδύνατον να τα ποσοτικοποιήσει και ν’ αναλύσει τις (πολλές φορές παράλογες) συνέπειές τους. Και φυσικά δεν εννοώ μόνον την Ελλάδα, αλλά και πολλές άλλες χώρες που τους επιβάλλονται σκληρά προγράμματα λιτότητας.
Τα φαινόμενα των ενισχυμένων ακροδεξιών πολιτικών τάσεων, της ανόδου του ευρωσκεπτικισμού (τελικά, για ποια Ευρώπη μιλάμε; Των λαών και των εργαζομένων ή των τεχνοκρατών των Βρυξελλών και των επιτελείων του κ. Σόιμπλε;), της ξενοφοβίας, των ρατσιστικών αντιδράσεων, της περίεργης «εθνικιστικής» ρητορείας ορισμένων κεντροευρωπαϊκών κυβερνήσεων, το κλείσιμο των συνόρων σε πρόσφυγες και μετανάστες έχουν βαθιά σχέση με όλα αυτά.
Όταν συσσωρεύονται μαζικά κοινωνικά απωθημένα, η αγανάκτηση μεγαλώνει μπροστά στις επιλογές των τεχνοκρατικών επιτελείων μιας οικονομικής ολιγαρχίας. Ο κίνδυνος της εκτόνωσης είναι έτσι ορατός, μάλιστα καμιά φορά και με βία. Η «ιδεολογική» κάλυψη αυτής της εκτόνωσης είναι ένα άλλο ζήτημα που μπορεί ν’ αποτελέσει και αντικείμενο αναλυτικής κοινωνικής και πολιτικής ψυχολογίας. Σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων, πάντως, τη λύση δεν μπορεί να τη δώσει «η λογική των (δημοσιονομικών) αριθμών».
Το κοινωνικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί με μία άλλη ποιοτική λογική και πολιτική, που δίνει προτεραιότητα στον άνθρωπο και τις ανάγκες του, σε πνεύμα αλληλεγγύης και ομαδικής κοινωνικής προσφοράς, και στην προοπτική της συνολικής κοινωνικής απελευθέρωσης που θα εξασφαλίσει και την ατομική ευημερία των πολιτών.
Και για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτήν ακριβώς τη λογική αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων ξεκίνησε, αγωνίστηκε κι αγωνίζεται, κι όχι με τη «λογική των αριθμών». Ωστόσο οι κυρίαρχοι ευρωπαϊκοί οικονομικοί κύκλοι (με το πλεονέκτημα του συσχετισμού δύναμης) εξαρχής πίεζαν και πιέζουν να προσχωρήσει στη δεύτερη λογική, απομακρυνόμενος από τις αξιωματικές αρχές του. Το πόσο αντιστάθηκε και πόσο ακόμη αντιστέκεται είναι κάτι που κρίνεται διαρκώς. Ωστόσο δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε το δυσμενές οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, στο οποίο ο συσχετισμός δύναμης καθόλου δεν βοηθά την πραγματοποίηση των αξιωματικών αρχών ενός αριστερού κόμματος.
Φίλιππος Νικολόπουλος, πρώην επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης