Η παραλία του Μύλου στη Λευκάδα είναι μια από τις πιο όμορφες του νησιού. Η πρόσβαση γίνεται είτε με τα πόδια από ένα μικρό μονοπάτι, 15' από τον Άγιο Νικήτα, είτε με καΐκι. Η διαδρομή με τα πόδια είναι άκρως δελεαστική και θυμίζει έναν επίγειο παράδεισο καθώς η εναλλαγή τοπίου από δασώδη-ημιορεινή περιοχή σε παραλία είναι μοναδική.
Σε όλη τη διαδρομή υπάρχουν διάσπαρτα μικρά σκουπίδια που κάποιοι κουράστηκαν να το κουβαλήσουν μέχρι τον κάδο ανακύκλωσης ή μάλλον νόμιζαν ότι θα το κάνουν άλλοι για εκείνους. Ωστόσο, φτάνοντας στην κορυφή της παραλίας και αντικρίζοντας το απέραντο γαλάζιο του Ιονίου, η κάθε έγνοια και το καθημερινό άγχος είναι παρελθόν.
Πλησιάζοντας στην παραλία, εντύπωση προκαλεί η πλούσια παραθαλάσσια βλάστηση στους αμμόλοφους. Φτάνοντας τελικά σε αυτήν ο επισκέπτης αντικρίζει έναν τεράστιο σωρό από περίπου 3 τόνους σκουπίδια. Η πινακίδα του δήμου, από ό,τι φαίνεται, όχι μόνο δεν αποτρέπει τη ρίψη σκουπιδιών, αλλά λειτουργεί και ως πόλος έλξης.
Γιατί λοιπόν ο Έλληνας να επιλέξει να πετάξει τα σκουπίδια του σε μια υπέροχη παραλία όπου δεν υπάρχουν σκουπιδοτενεκέδες γνωρίζοντας ότι δεν θα τα μαζέψει κάνεις;
Το ερώτημα είναι πολύ απλό. Ο Έλληνας στερείται της περιβαλλοντικής γνώσης και ευαισθησίας, καθώς ποτέ δεν την καλλιέργησε από την παιδική του ηλικία. Τα σημερινά παιδιά ακόμη δεν έχουν μαθήματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στα σχολεία, ώστε να αναπτύξουν ένα πνεύμα φιλοπεριβαλλοντικό - και όχι μόνο στο να πετάνε σκουπίδια αλλά στο να προστατεύουν τη χλωρίδα και την πανίδα της κάθε περιοχής. Σημαντικό, επίσης, είναι ποιος θα διδάξει το μάθημα στα παιδιά, γιατί κακήν κακώς ένας δάσκαλος μπορεί να διδάξει στα παιδιά ένα τέτοιο μάθημα, όμως ένας περιβαλλοντολόγος μπορεί και να «ευαισθητοποιήσει» σε πολλούς περιβαλλοντικούς τομείς ένα παιδί ώστε να πράξει αντίστοιχα σε κάθε διαφορετική περίπτωση. Το δεύτερο δεν είναι μια άποψη αναγνωσιμότητας στο δικό μας επάγγελμα και η αμφισβήτηση ενός άλλου, αλλά επιτέλους σ' αυτή τη χώρα πρέπει να ασχοληθούν με το περιβάλλον συγκεκριμένοι άνθρωποι που έχουν σπουδάσει την επιστήμη του Περιβάλλοντος. Αυτό είναι ένα μεγάλο κεφαλαίο που πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν αν επιτέλους αποφασίσουμε ως χώρα να αλλάξουμε πορεία και να πρωτοτυπήσουμε.
Σε όλη τη χώρα ο καθένας πετάει σκουπίδια ανεξέλεγκτα, όπου θέλει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Έλληνες οδηγοί, οι καπνιστές στις παραλίες καθώς και ένα μεγάλο πλήθος ανεύθυνων ανθρώπων που έχουν δημιουργήσει ανεξέλεγκτους σκουπιδότοπους και προκαλούν τελικά πυρκαγιές στην ίδια τους την περιοχή. Όλα αυτά πρέπει να τελειώσουν κάποια στιγμή και αυτό θα γίνει μόνο όταν τα νέα παιδιά είναι ευαισθητοποιημένα για το περιβάλλον.
Μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα στην παραλία «Πευκούλια» έρχονται ενθαρρυντικά μηνύματα. Σ’αυτή την παραλία λοιπόν που είναι χώρος εστίασης ελεύθερου κάμπινγκ με εκατοντάδες σκηνές, τα σκουπίδια είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Ο κάθε επισκέπτης επιλεγεί να πάρει τα σκουπίδια μαζί του γιατί είτε γιατί θα ξαναέρθει την επόμενη μέρα στην παραλία είτε μένει εκεί με τη σκηνή του. Βέβαια οι περισσότεροι ελεύθεροι κατασκηνωτές έχουν μάθει να σέβονται το πευκοδάσος που μένουν και έτσι όχι μόνο δεν πετάνε σκουπίδια αλλά παρακινούν και τους επισκέπτες να μη ρυπαίνουν. Πρέπει λοιπόν να εξαρτόμαστε από το περιβάλλον για να σκεφτούμε να μην το ρυπαίνουμε;
Γιατί λοιπόν ο Έλληνας να μην είναι σαν τους Ευρωπαίους, που δεν πετάνε ούτε γόπα από τσιγάρο στο έδαφος; Σίγουρα υπήρξε και κάποιος τουρίστας που έριξε σκουπίδια σε αυτό τον σωρό, όμως στη χώρα του δεν θα το έκανε είτε γιατί η περιβαλλοντική νομοθεσία δεν το επιτρέπει είτε γιατί κάποιος άλλος συμπολίτης θα του έκανε παρατήρηση. Νομίζω ότι πέρα από τις περιβαλλοντικές ομάδες και οργανώσεις που υπάρχουν και προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό, πρέπει -επιτέλους- ο Έλληνας πολίτης να έχει επιπλέον πρόσβαση και στην περιβαλλοντική εκπαίδευση από το Δημοτικό. Η λογική ότι θα τα μαζέψει κάποιος άλλος ή ότι έχουν πετάξει και άλλοι σκουπίδια δεν μας τιμά ως πολιτισμένο έθνος. Πρέπει, επιτέλους, να ξεφύγουμε από τις πρακτικές της προηγούμενης γενιάς, όπου πετούσε σκουπίδια ανεξέλεγκτα, έβαζε φωτιά για διάφορους λόγους σε δάση και πετούσε τα ζώα συντροφιάς χωρίς καμία ευθύνη στον δρόμο.
Ο συγκεκριμένος ανεύθυνος κύριος δεν πτοήθηκε τη στιγμή της φωτογράφησης και πέταξε το μπουκάλι με το νερό στον σορό.
Ζούμε σε έναν απέραντο παράδεισο που ονομάζεται Ελλάδα και είναι κρίμα να δυσφημίζουμε την πατρίδα μας επειδή κάποιοι ασυνείδητοι δεν νοιάστηκαν ποτέ για το περιβάλλον ή επειδή κάνεις δεν τους είπε «μην το πετάς κάτω».
* Ο Παναγιώτης Χασκής είναι μηχανικός περιβάλλοντος - περιβαλλοντολόγος