Για την επόμενη μέρα στην Τουρκία, που φαίνεται να διολισθαίνει σε έναν "ισλαμικού τύπου βοναπαρτισμό" και το πώς επηρεάζεται το Κυπριακό ζήτημα μίλησε ο τουρκολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλος της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ Νίκος Μούδουρος. Ο Κύπριος καθηγητής εξηγεί στους αναγνώστες της "Α" ότι η ισχυροποίηση Ερντογάν δεν συνοδεύεται από "προοπτικές σταθεροποίησης της χώρας" και υποστηρίζει ότι θα υπάρχουν "επιπλοκές και στο Κυπριακό από την εσωστρέφεια της Τουρκίας. Αναφέρεται ακόμη στην κοινωνική δυναμική τής τουρκοκυπριακής κοινότητας που μεγάλη μερίδα της δεν βλέπει πλέον την Τουρκία ως τη "μητέρα πατρίδα", αλλά περισσότερο ως "κακιά μητριά".
* Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η επόμενη μέρα στην Τουρκία; Μπορεί το πραξικόπημα να λειτουργήσει ως "ευκαιρία" για συνταγματική αναθεώρηση και ανασύνταξη του κράτους;
Η διαμόρφωση της επόμενης μέρας στην Τουρκία καθορίζεται κυρίως από τα ρήγματα και τις δυναμικές που υπήρχαν στην κοινωνία πριν από την πραξικοπηματική απόπειρα, αλλά από το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2016 φαίνεται να επιταχύνονται. Η απόπειρα πραξικοπήματος και η αποτυχία της όντως αποτελεί ένα σημείο καμπής για τη ριζοσπαστικοποίηση της επιδίωξης Ερντογάν για μια ουσιαστική επανίδρυση του κράτους. Στις ιδεολογικές αναζητήσεις του ισλαμικού κινήματος της Τουρκίας, η 15η Ιουλίου μάλλον θα αποτελέσει την κορύφωση ενός «πολιτικού μεσοδιαστήματος» απαραίτητου προς την εμβάθυνση ενός συνολικού μετασχηματισμού των κρατικών δομών εξουσίας και των προσανατολισμών τους. Ο εκπληκτικός ρυθμός εκκαθαρίσεων σε ολόκληρη τη Δημόσια Διοίκηση και η προσοχή που δίνεται στην αναδόμηση θεσμών εξουσίας, όπως ο στρατός, η Αστυνομία, το υπουργείο Παιδείας και το υπουργείο Δημοσιονομικών, μαρτυρούν και το νέο ιδεολογικό στίγμα της τάξης πραγμάτων που γεννιέται.
Η διεκδίκηση για επανίδρυση του κράτους όμως εκφράζεται με την ενεργοποίηση ενός ιδιαίτερου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Επομένως, σε αυτή τη συγκυρία, η ισχυροποίηση Ερντογάν, μετά την αποτυχία ενός πραξικοπήματος, δεν συνοδεύεται από προοπτικές σταθεροποίησης της χώρας. Η κατανόηση του πιο πάνω απαιτεί προηγουμένως μια ολοκληρωμένη αντίληψη για τις δυνάμεις της πρόσφατης αντιπαράθεσης, τα συμφέροντα που εκπροσωπούν και τις μεταξύ τους σχέσεις εξουσίας. Η απόπειρα ενός φασιστικού πραξικοπήματος έγινε απέναντι σε μια αυταρχική διακυβέρνηση. Οι κυρίαρχες τάσεις της αντιπαράθεσης δεν έχουν στο επίκεντρό τους το ζήτημα της Δημοκρατίας. Συνεπώς, η επόμενη μέρα στην Τουρκία μπορεί όντως να σημαδευτεί από εντονότερες τάσεις διολίσθησης σε έναν ισλαμικού τύπου βοναπαρτισμό. Δηλαδή, από διαδικασίες περαιτέρω υπερσυγκέντρωσης εξουσιών σε ένα πρόσωπο με ευρεία λαϊκή αποδοχή, τέτοια που του «επιτρέπει» να ταυτιστεί όχι μόνο με το αξίωμα που κατέχει, αλλά και με την ίδια την έννοια της Δημοκρατίας. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις ιστορικά, έτσι και σήμερα ο «ανατολίτικος» βοναπαρτισμός του Ερντογάν κινητοποιεί μόνο συγκεκριμένες μάζες και μόνο περιστασιακά. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη μαζική δημοκρατική αντίσταση του κόσμου ενάντια στους πραξικοπηματίες άρχισε σταδιακά να δίνει τη θέση της σε ένα «μονολιθικό πλήθος» του ΑΚΡ με στόχο την προστασία του μοναδικού ηγέτη και όχι απαραίτητα της Δημοκρατίας.
* Πώς θεωρείτε ότι θα επηρεάσουν τα τεκταινόμενα στην Τουρκία τις διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού;
Το πρώτο διάστημα μετά την πραξικοπηματική απόπειρα φαίνεται να δημιουργεί κάποιες επιπλοκές, οι οποίες πηγάζουν κυρίως από την εσωστρέφεια που χαρακτηρίζει την Τουρκία. Εξαιτίας της βαθμιαίας και πολυεπίπεδης ενσωμάτωσης των κατεχομένων στην Τουρκία, που καταγράφεται ιδιαίτερα μετά τα δημοψηφίσματα του 2004, είναι πιθανό να προκύψουν παρόμοιες αντιπαραθέσεις και στην Κύπρο. Πιο συγκεκριμένα, οι ανταγωνισμοί εξουσίας εντός του στρατού ή σε άλλες κρατικές δομές μπορούν να εμφανιστούν αντίστοιχα και στην Κύπρο. Αυτή η διαδικασία αναπτύσσεται «παράλληλα» από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, λόγω του ότι αφορά περισσότερο τους τουρκικούς και όχι τους τουρκοκυπριακούς θεσμούς εξουσίας. Όμως είναι γεγονός ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν γενικότερες εντάσεις. Αυτή είναι άλλωστε και η μεγαλύτερη ανησυχία που εκφράζουν μεγάλα τμήματα της ίδιας της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Θα πρέπει όμως να αναμένεται ότι λόγω της συνέχισης των απευθείας συνομιλιών των δύο κοινοτήτων, αλλά και εξαιτίας ευρύτερων περιφερειακών εξελίξεων, ιδιαίτερα στα ενεργειακά ζητήματα, η Άγκυρα δεν θα αποφύγει σοβαρότερη εμπλοκή στις διαδικασίες επίλυσης. Τουλάχιστον έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα. Βεβαίως, αυτό από μόνο του δεν μπορεί να αποδείξει τις προθέσεις της για μια ομοσπονδιακή διευθέτηση του Κυπριακού.
* Όλα δείχνουν ότι ο Ερντογάν, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, μπαίνει σε λογικές περαιτέρω απολυταρχικοποίησης. Την ίδια στιγμή, ο Μ. Ακιντζί σε ομιλία του που μεταδόθηκε από το Μπαϊράκ είπε πως "Είναι σημαντικό, όχι μόνο για την Τουρκία την ίδια αλλά και τους Τουρκοκύπριους, η χώρα να θεσμοθετήσει και να αναπτύξει περαιτέρω ένα σύγχρονο δημοκρατικό κοσμικό κοινωνικό κράτος δικαίου σε συνάρτηση με τις αξίες του Κεμάλ Ατατούρκ". Συνδυάζονται αυτά τα δύο;
Η συγκεκριμένη δήλωση Ακιντζί είναι από πολλές απόψεις σημαντική. Στο πρώτο της επίπεδο καταγράφει την ανάληψη ενός υψηλού πολιτικού ρίσκου, εάν ληφθεί υπόψη το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης τοποθετήθηκε δημόσια εναντίον τού πραξικοπήματος σε μια στιγμή που η αποτυχία του δεν ήταν καθόλου φανερή, τουλάχιστον από την Κύπρο. Επιπρόσθετα, τοποθετήθηκε με τον συγκεκριμένο τρόπο σε συνθήκες οικονομικής και πολιτισμικής περικύκλωσης της κοινότητας από την Άγκυρα, σε συνθήκες έντονης στρατιωτικής παρουσίας. Τα προαναφερθέντα δεδομένα συνδυάζονται και με το δεύτερο επίπεδο της σημασίας της δήλωσης Ακιντζί. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση επιβεβαιώνει τις κοινωνικές δυναμικές που χαρακτηρίζουν μεγάλο μέρος της κοινότητας τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά που τώρα εκφράζονται πιο ξεκάθαρα στη δημόσια σφαίρα. Πρόκειται για τις δυναμικές μιας τουρκοκυπριακής ιδεολογικοπολιτικής αντιπολίτευσης ενάντια στη νέα «εθνική ταυτότητα» της Τουρκίας. Με τη δήλωση Ακιντζί μπορούμε να καταγράψουμε ακόμα ένα σημείο στον μετασχηματισμό των σχέσεων Άγκυρας και τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο οποίος χαρακτηρίζεται βασικά από την εξής μετάβαση: Η «μητέρα πατρίδα» Τουρκία αντικαθίσταται από την «κακή μητριά», η οποία αναπτύσσει μια συγκεκριμένη κοινωνική μηχανική πολιτισμικής και οικονομικής «πειθάρχησης» των όχι και τόσο «καλών μουσουλμάνων» της Κύπρου. Συνεπώς, η γενικότερη στρατηγική της Άγκυρας, για πάρα πολλούς Τουρκοκύπριους στο σημερινό διχοτομημένο κυπριακό πλαίσιο, συμβολίζει μια ανανεωμένη «απειλή» ενάντια στην κυπριακή πτυχή της ταυτότητάς τους.
* Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται το ευρύτερο παζλ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και τι επιπτώσεις έχει αυτό για την Ελλάδα και την Κύπρο;
Η ένταση του συνεχιζόμενου πολέμου διά αντιπροσώπων σε συνδυασμό με την εμφυλιακή σύρραξη φαίνεται να αποτελούν ένα μεταβατικό στάδιο προς μια απρόβλεπτη και άγνωστη «νέα τάξη» σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Ο βασικός προσανατολισμός των τραγικών ανακατατάξεων επικεντρώνεται στη δημιουργία μιας σειράς από «αποτυχημένων κρατών». Σε ένα άλλο σημαντικότερο επίπεδο, οι συγκεκριμένες δομές εξουσίας και η γενικευμένη κρίση δυστυχώς συνοδεύονται από μια συνολική κατάρρευση των κοινωνιών στη Μέση Ανατολή. Επομένως, παρόλο που είναι αδύνατη η οποιαδήποτε ολοκληρωμένη πρόβλεψη για τη μορφή της μελλοντικής περιφερειακής τάξης πραγμάτων, οι σημερινές τάσεις που καταγράφονται δείχνουν ότι τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα βρίσκονται γεωγραφικά και πολιτικά σε έναν χώρο που μετασχηματίζεται και καθορίζεται από μια νέα ισορροπία ισχύος. Εάν συνδυαστεί το προαναφερθέν πλαίσιο με την ευρύτερη αναδιάταξη οικονομικής και πολιτικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο, τότε ίσως θα πρέπει να μιλήσουμε για μια ευρύτερη αλλαγή στους παρονομαστές ασφάλειας, οικονομίας και ειρήνευσης στην ανατολική Μεσόγειο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ρευστότητας, τόσο το Κυπριακό όσο και τα άλλα ανοιχτά θέματα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας επηρεάζονται και από το «μεσανατολικό» τους πλαίσιο. Για παράδειγμα, μια κυρίαρχη θεώρηση για την επίλυση του Κυπριακού ήταν εκείνη που αντιλαμβανόταν την Ε.Ε ως «καταλύτη» πιέσεων προς την Τουρκία. Σήμερα αυτή η θεώρηση αμφισβητείται έντονα εξαιτίας των σαρωτικών περιφερειακών αλλαγών, της βαθιάς κρίσης της Ε.Ε. και της μεταμόρφωσης των ευρωτουρκικών σχέσεων. Συνεπώς, αυτοί οι αντικειμενικοί παράγοντες θα πρέπει να οδηγήσουν και σε ανάλογες προσεγγίσεις στην εξωτερική πολιτική, που να λαμβάνουν υπόψη τις τεκτονικές μετακινήσεις και να μην εγκλωβίζονται σε μονοδιάστατες κατευθύνσεις.