Το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου στο Ηνωμένο Βασίλειο σηματοδοτεί μια μείζονα ιστορική τομή, ένα σημείο που ορίζει ένα «πριν» και ένα «μετά» στη σύγχρονη ιστορία. Αν το «πριν» μπορεί να αναλυθεί, ώστε να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε στο πρώτο βήμα αποσυναρμολόγησης του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος, για το «μετά» μόνο εικασίες μπορούν να διατυπωθούν, χωρίς καμία από αυτές να κινείται προς θετικό ορίζοντα. Από τις πρώτες αντιδράσεις, οι ευρωπαϊκές ελίτ, της βρετανικής συμπεριλαμβανομένης, φαίνεται να προσανατολίζονται ακριβώς σε εκείνες τις πολιτικές που οδήγησαν στο Brexit: επίταση των πολιτικών πειθάρχησης σε ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί «γερμανική ορθοδοξία» στην Ε.Ε., επίκληση της ανωριμότητας των ψηφοφόρων στη Βρετανία, όπου, μπροστά στην έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου εκ μέρους της δεξιάς των Συντηρητικών για τη διαχείριση του αποτελέσματος, δυναμώνουν οι φωνές για επανάληψη του δημοψηφίσματος (ή εκείνου του 2014 στη Σκωτία). Με τον τρόπο αυτό εμπεδώνεται, για μία ακόμη φορά, η δυσπιστία στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων μέσω ψηφοφορίας, κάτι που αποτελεί συστατική συνθήκη της μεταδημοκρατίας. Συνθήκη στην οποία, όπως παρατηρούσε ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, απάντηση ήταν (έστω και άναρθρη) το βρετανικό δημοψήφισμα. Στο μικρό αφιέρωμα που δημοσιεύουμε, γνωστοί ιστορικοί, αλλά και δημοσιογράφοι, επιχειρούν μια πρώτη ανάλυση των αιτίων και των ενδεχόμενων επιπτώσεων του δημοψηφίσματος στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, χωρίς να εξαντλούν, ούτε στο ελάχιστο, τις πολλές πτυχές του θέματος.
Επιμέλεια: Σπύρος Κακουριώτης