Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος χάραξαν ξεκάθαρες πολιτικές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις τέσσερις συνιστώσες που αποτελούν το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, όπως ονομάζεται επισήμως.
Ενώ η πλειοψηφία των ψηφοφόρων στην Αγγλία (53,4%) και την Ουαλλία (52,5%) ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε., στη Σκωτία (62%) και τη Βόρεια Ιρλανδία (55,8%) οι περισσότεροι τάχθηκαν υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου ανάμεσα στα 28 κράτη μέλη.
Το αποτέλεσμα αναζωπύρωσε τις εκκλήσεις για ένα δεύτερο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, με την πρωθυπουργό της χώρας Νίκολα Στάρτζον να δηλώνει ότι οι Σκωτσέζοι «βρίσκονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να αποσπαστούν από την Ε.Ε. παρά τη θέλησή τους». Υποσχόμενη να κάνει ό,τι είναι δυνατόν «για να προστατεύσει τη θέση της Σκωτίας στην Ε.Ε.», συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ στις Βρυξέλλες, προκειμένου να εκθέσει τις θέσεις της χώρας.
Αν και ο Γιούνκερ έδειξε κάποια συμπάθεια για τις θέσεις αυτές, τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι ηγέτες της Ε.Ε. δήλωσαν ότι δεν έχουν καμία πρόθεση να παρέμβουν, καθώς θεωρούν την υπόθεση εσωτερικό ζήτημα της Βρετανίας. Επιπλέον, η Ισπανία, που ανησυχεί ότι ενδεχόμενες κινήσεις για την παραμονή της Σκωτίας στην Ε.Ε. θα ενίσχυαν τα αιτήματα ανεξαρτησίας στην Καταλωνία, επιμένει ότι το Brexit σημαίνει ότι και η Σκωτία θα πρέπει να εγκαταλείψει την Ε.Ε.
Στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου στην εξουσία βρίσκεται μια κυβέρνηση συνεργασίας από το 1998 και τις Συμφωνίες της Μεγάλης Παρασκευής, η κατάσταση είναι αρκετά πιο περίπλοκη. Η πρωθυπουργός Αρλίν Φόστερ τάχθηκε υπέρ του Brexit, μαζί με το συντηρητικό Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα, ενώ ο αναπληρωτής πρωθυπουργός, ο Μάρτιν ΜακΓκίνες του Σιν Φέιν, τάχθηκε υπέρ της παραμονής, όπως και οι μετριοπαθείς Ενωτικοί του Όλστερ.
Μετά το αποτέλεσμα, ο ΜακΓκίνες έκανε έκκληση για διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ένωση της Ιρλανδίας, πολιτική κίνηση χωρίς αντίκρισμα, καθώς οι μόνες συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να διεξαχθεί δημοψήφισμα με τέτοιο ερώτημα προβλέπονται ρητά από τη συμφωνία ειρήνης στη Β. Ιρλανδία. Επιπλέον, η επιλογή των Ενωτικών υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. δεν μεταφράζεται και σε υποστήριξη της επανένωσης της Ιρλανδίας.
Οι επιπτώσεις της αποχώρησης της Β. Ιρλανδίας από την Ε.Ε. θα είναι ιδιαίτερα σοβαρές, καθώς τα σύνορά της με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας θα μεταβληθούν σε σύνορα της Ε.Ε. Χωρίς φυλάκια και περιπόλους του βρετανικού στρατού εδώ και χρόνια, η συνοριακή γραμμή των 499 χλμ. στριφογυρίζει σχεδόν αδιόρατη ανάμεσα σε καταπράσινα χωράφια, ρυάκια και χωματόδρομους.
Η ανησυχία, τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο, είναι ότι το Brexit θα περιορίσει την ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών. Ακόμα, η έλλειψη μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας ως βάσης για συνύπαρξη, που δεν θα είναι ούτε βρετανική ούτε ιρλανδική, μπορεί να αναζωπυρώσει τη σύγκρουση των εθνικισμών στη Βόρεια Ιρλανδία.
Επιπλέον, η διακοπή της γενναιόδωρης χρηματοδότησης της Β. Ιρλανδίας από την Ε.Ε., που δεν πρόκειται να αντικατασταθεί από το Ουέστμινστερ, είναι πιθανόν να προκαλέσει τεράστια προβλήματα.
Είναι ασφαλώς ειρωνικό το γεγονός ότι, καθώς η Ιρλανδία διανύει μια «δεκαετία εκατονταετηρίδων», τιμώντας τα εκατό χρόνια από τα γεγονότα που οδήγησαν στη διχοτόμηση της χώρας και στην ανεξαρτησία του Νότου, το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε., απόφαση που αποτελεί τη δραματικότερη αλλαγή στις αγγλο-ιρλανδικές σχέσεις εδώ και έναν αιώνα..
Damian Mac Con Uladh
* Ο Damian Mac Con Uladh είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής των Irish Times στην Ελλάδα.